Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια: Ενότητα 6, Η αρετή καθιστά τον άνθρωπο ικανό να εκτελέσει

Στόχοι ενότητας 6:
Να μάθουν οι μαθητές και οι μαθήτριες:
ü     η αριστοτελική ἀρετή έχει ευρύ περιεχόμενο και μπορεί να αποδίδεται ακόμα και σε ζώα ή πράγματα,
ü     ο ορισμός της έννοιας της αρετής απαιτεί να προσδιοριστεί η ειδοποιός διαφορά της, η ποιότητά της,
ü     κριτήριο ποιότητας της αρετής κάθε πράγματος είναι η αποτελεσματικότητά της στην ολοκλήρωση του ἔργου του, δηλ. του φυσικού του προορισμού.

Δεῖ δὲ μὴ μόνον οὕτως εἰπεῖν, ὅτι ἕξις, ἀλλὰ καὶ ποία τις
Στην ενότητα αυτή ο Αριστοτέλης προσπαθεί να απαντήσει στο τι είναι η αρετή[1]. Η αρετή λοιπόν είναι έξη. Αλλά τι είδους έξη είναι;
Ο Αριστοτέλης στα Τοπικά του υποστηρίζει ότι «ὁ ὁρισμός ἐκ γένους καί διαφορῶν ἐστίν». Δηλαδή για να ορισθεί μια έννοια πρέπει:
1.     Να καθορισθεί το προσεχές γένος της (genus proximus), να υπαχθεί δηλαδή η οριστέα έννοια στο πλησιέστερο σύνολο στο οποίο περιέχεται (π.χ. το προσεχές γένος της έννοιας άνθρωπος είναι η έννοια ζώο)
2.     Να καθορισθεί η ειδοποιός διαφορά (specifica differentia), το ιδιαίτερο δηλαδή γνώρισμα με το οποίο η οριστέα έννοια διακρίνεται από τις ομογενείς της έννοιες (π.χ. το γνώρισμα που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από όλα τα άλλα ζώα είναι το λογικό του).
Για να καθορίσει το προσεχές γένος της έννοιας αρετή ο Αριστοτέλης προχωρά στον εξής συλλογισμό:
Για τον Αριστοτέλη όσα λαμβάνουν χώρα, τα εν τη ψυχή γινόμενα είναι τρία (03):
1.     Τα πάθη: Πάθη ονόμασε την επιθυμία, την οργή, το θάνατο, το θάρρος, το φθόνο, τη χαρά, τη φιλία, το μίσος, τον πόθο, τη ζήλια, την ευσπλαχνία, γενικά όλα όσα ακολουθούνται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια. Τα πάθη είναι ιδιότητες που έχει ο άνθρωπος ως βιολογικό είδος, μόνο και μόνο γιατί είναι άνθρωπος. Τα αριστοτελικά πάθη έχουν σημείο αναφοράς το χώρο της φυσιολογίας, της βιολογίας. Τα αριστοτελικά πάθη δε χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο ως καλό ή ως κακό. Ο άνθρωπος αισθάνεται τα πάθη αυτά γιατί έτσι όρισε γι’ αυτόν η φύση. Επομένως ο άνθρωπος χαίρεται ή μισεί κοκ., χωρίς αυτό να τον κάνει ηθικά καλό ή ηθικά κακό.
2.     Οι δυνάμεις: Κάθε άνθρωπος είναι προικισμένος από τη φύση με τη δύναμη, με τη δυνατότητα μετοχής στα πάθη. Η φύση μάς κάνει ικανούς να συμμετέχουμε, με τα δικά του ο καθένας «ποσοστά», στα διάφορα επιμέρους πάθη. Δυνάμεις είναι οι δυνατότητες, οι ικανότητες που υπάρχουν στην ψυχή μας και μας κάνουν ικανούς να αισθανόμαστε αυτά τα πάθη (π.χ. να οργιστούμε ή να λυπηθούμε, να οικτίρουμε κάποιον κτλ.). Ούτε και από αυτή την άποψη των δυνάμεων μπορούν να χαρακτηριστούν οι άνθρωποι καλοί ή κακοί.
3.     Οι έξεις: Είναι η καλή ή κακή στάση που παίρνει ένα άτομο απέναντι στα πάθη (ἔχει εὖ ἤ κακῶς πρός αὐτά). Και ποια είναι η σωστή στάση απέναντι στα πάθη και ποια όχι; Η απάντηση: «Κακῶς ἔχομεν πρός τά πάθη εἰ ἔχομεν πρός αὐτά σφοδρῶς ἤ ἀνειμένως». Αν αντιδρούμε / συμμετέχουμε σ’ αυτά είτε υπερβολικά είτε ελλειματικά, αδιάφορα, χλιαρά. Η αρετή προσδιορίζεται από το μέτρο, από το μέσως που πρέπει να μας διακρίνει ως προς τη συμμετοχή μας στα πάθη. Αν οργιστούμε με σφοδρότητα ή χαλαρά είναι κακή έξη. Αν οργιστούμε με μέτρο είναι καλή έξη. Η οργή εξ αρχής δεν είναι κακή. Οργή στο σωστό μέτρο είναι το δέον, το πρέπον, στη σωστή δόση είναι αρετή. Λάθος (= κακία) είναι η υπερβολική ή η ελλειματική, η ελλιπής οργή.  
4.     Τα πάθη δεν είναι ούτε αρετές ούτε κακίες.
ü       Ούτε μας επαινούν ούτε μας κατηγορούν για τα πάθη, γιατί οι άνθρωποι δεν κατηγορούν έναν άνθρωπο που οργίζεται, γενικά, αλλά για το πώς οργίζεται.
ü       Οργιζόμαστε ή φοβόμαστε παρά τη θέλησή μας, ενώ οι αρετές προϋποθέτουν θέληση και εκλογή ύστερα από ώριμη σκέψη.
ü       Όταν μιλάμε για πάθη χρησιμοποιούμε τη λέξη «κινεῖσθαι», λέμε ότι συγκινούμαστε, που δείχνει ότι τα πάθη είναι συναισθήματα, άλογες παρορμήσεις της ψυχής, ενώ για τις αρετές και για τις κακίες χρησιμοποιούμε τη λέξη «διακεῖσθαί πως», ότι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση διαμορφωμένη.
ü       Άλλο πράγμα είναι να έχεις τη δυνατότητα να φέρεσαι έτσι ή αλλιώς (= πάθος) και άλλο να φέρεσαι, να παίρνεις μια ορισμένη θέση απέναντι σ’ αυτήν την ιδιότητα (=έξη).
ü       Από τη στιγμή που η ιδιότητα, το πάθος, κάτι που υπάρχει «δυνάμει» γίνεται «ἐνεργείᾳ», πράξη, ανάλογα με την (καλή ή κακή) στάση που θα πάρει ο άνθρωπος, θα έχουμε αρετή ή κακία. Επομένως άλλο πράγμα είναι τα πάθη και άλλο πράγμα είναι οι αρετές.
5.     Οι δυνάμεις δεν είναι αρετές
ü     Έχοντας την ικανότητα να αισθανόμαστε πάθη, αόριστα, δε θεωρούμαστε αγαθοί ή κακοί.
ü     Η ικανότητα να έχουμε πάθη είναι έμφυτη (εκ φύσεως).
6.     Το προσεχές γένος της έννοιας αρετή είναι η έξη.
Αφού η αρετή δεν είναι πάθος ούτε δύναμη είναι έξη. Ο Αριστοτέλης δε δούλεψε τη σχέση αρετής και έξης, αλλά προχώρησε στον άμεσο συσχετισμό των δύο εννοιών, στην ταυτοποίηση της αρετής και της έξης με τον αποκλεισμό των άλλων δύο ενδεχομένων.  Έξη είναι η ιδιαίτερη ψυχική κατάσταση, ο χαρακτήρας που ο άνθρωπος διαμορφώνει από τη στάση του απέναντι στα πάθη.
Ο Αριστοτέλης ανίχνευσε και όρισε το προσεχές γένος της αρετής, που είναι η έξη.
Απομένει να προσδιορίσει την ειδοποιό διαφορά της αρετής. Με άλλα λόγια ποια από όλες τις έξεις που ο άνθρωπος μπορεί να διαμορφώσει με τη στάση του είναι η αρετή;

Οι δύο ειδοποιοί διαφορές της αρετής
Παραπάνω ο Αριστοτέλης προσδιόρισε το προσεχές γένος της αρετής, που είναι η έξη. Εδώ επιχειρεί να προσδιορίσει την ειδοποιό διαφορά της: ποια από όλες τις έξεις που ο άνθρωπος μπορεί να διαμορφώσει με τη στάση του είναι η ηθική αρετή;

ῥητέον οὖν ὅτι πᾶσα ἀρετή, οὗ ἂν ᾖ ἀρετή, αὐτό τε εὖ ἔχον ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ εὖ ἀποδίδωσιν
η κάθε αρετή, όποιου πράγματος είναι αρετή, και το ίδιο το πράγμα το κάνει να φτάσει στην πιο τέλεια κατάστασή του και επιπλέον το βοηθάει να εκτελέσει με το σωστό τρόπο το έργο του

1.     «πᾶσα ἀρετή, οὗ ἂν ᾖ ἀρετή, αὐτό τε εὖ ἔχον ἀποτελεῖ»: Κάθε πράγμα έχει την αρετή του, είναι αυτό που το κάνει να χαρακτηριστεί «εὖ ἔχον» και επειδή  «εὖ ἔχει» μπορεί να πραγματοποιήσει το έργο του καλά.
Αρετή είναι μια κατάσταση οποιουδήποτε όντος, που είναι η άριστη κατάσταση γι’ αυτό το ίδιο και που κάνει άριστη την ιδιαίτερη λειτουργία του. Δηλώνει την αξία που έχει ένα πράγμα κατά στη στιγμή που έχει την πιο ολοκληρωμένη, την πιο τέλεια μορφή του. Από τα δύο παραδείγματα που αναφέρει ο Αριστοτέλης προκύπτει ότι γι’ αυτόν κάθε είδους ον, έμψυχο ή άψυχο, ή μέρος όντος, μέλος, όργανο, έργο ή κτήμα μπορεί να χαρακτηριστεί για την αρετή του.
Από κάποια άποψη καθετί έχει μια ιδιαίτερη χρησιμότητα, μια ιδιαίτερη λειτουργία. Για να θεωρήσουμε ότι για κάποια πράγματα δε νοείται αρετή, πρέπει να δεχτούμε τη μηδαμινή πιθανότητα να υπάρχουν πράγματα που είναι απολύτως ανενεργά ή άχρηστα (Πρόκειται για μια άποψη που βρίσκουμε και στην Πολιτεία του Πλάτωνα – Βλ. Πλάτωνας, Πολιτεία, 352b-353e).  
2.     «ἀποτελεῖ καὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ εὖ ἀποδίδωσιν»: Επίσης, η αξία ενός πράγματος συνδέεται άμεσα με την τέλεια εκτέλεση του έργου[2] του, το οποίο βέβαια του έχει ανατεθεί από τη φύση του.
Με τον όρο έργο εννοούμε την ιδιαίτερη λειτουργία, για την οποία καθετί είναι ειδικά ικανό ή κατάλληλο, δηλαδή ή από τη φύση του προετοιμασμένο ή από την τεχνική του κατασκευή, είναι «τὸ ἔργον ἑκάστου». Έτσι και ένα εργαλείο μπορεί να έχει αρετή και γενικά ένα τεχνητό κατασκεύασμα, όταν αποδίδει σωστά την καθορισμένη λειτουργία του. Έτσι μπορούμε να μιλάμε για «τὸ ἔργον» του ματιού, «τὸ ἔργον» του χεριού, «τὸ ἔργον» του ποδιού, «τὸ ἔργον» της οικογένειας κοκ. Και είναι δυνατό αυτή η λειτουργία του να είναι και πολλαπλή, όπως δείχνε το παράδειγμα με το άλογο (μπορεί να είναι καλό και για ιπποδρομίες και για τον πόλεμο και για μεταφορικό μέσο).
Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το ρήμα ἀποτελεῖ. «Τέλος» (από όπου προέρχεται και το β΄ συνθετικό του ρήματος ἀποτελῶ) σημαίνει τον τελικό σκοπό, το σημείο όπου ένα φυσικό ον θα φτάσει σε μια τελειότητα. Σημαίνει ακόμα και όλη τη διαδικασία για να φτάσει εκεί. 
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη κάθε φυσικό όν, από τη στιγμή που θα γεννηθεί, ανεξάρτητα από τη θέλησή του, αυξάνεται, «κινείται», γιατί έχει να επιτελέσει ένα ορισμένο έργο από τη φύση, και οδηγείται στο «τέλος», στον τελικό στόχο του, στην τελειότερη μορφή του.
Αντίθετα τα έργα των ανθρώπων, τα έργα τέχνης μένουν αμετάβλητα, δεν αυξάνονται, δεν τείνουν πουθενά.
Συμπέρασμα: Η ειδοποιός διαφορά της αρετής από τις άλλες έξεις είναι η εξής:
1.     Η αρετή κάνει αυτό το πράγμα να φτάσει στην πιο τέλεια κατάστασή του
2.     Η αρετή κάνει αυτό το πράγμα να επιτελέσει με το σωστό τρόπο το έργο του
Σε ό,τι αφορά τον άνθρωπο αρετή είναι η έξη η οποία:
1.     Επιτρέπει στον άνθρωπο να φτάσει στην πιο τέλεια κατάστασή του, στο σημείο τελειότητας. Και το τέλος για την ανθρώπινη ψυχή είναι το αγαθό.
2.     Βοηθάει τον άνθρωπο να επιτελέσει σωστά το έργο του καλά[3]. 

εἰ δὴ τοῦτ᾽ ἐπὶ πάντων οὕτως ἔχει, καὶ ἡ τοῦ ἀνθρώπου ἀρετὴ εἴη ἂν ἡ ἕξις ἀφ᾽ ἧς ἀγαθὸς ἄνθρωπος γίνεται καὶ ἀφ᾽ ἧς εὖ τὸ ἑαυτοῦ ἔργον ἀποδώσει
Αν λοιπόν έτσι έχει το πράγμα σε κάθε περίπτωση, τότε και του ανθρώπου η αρετή θα είναι, λέω, η «έξη» από την οποία ξεκινά και το ότι ο άνθρωπος γίνεται καλός και το ότι θα μπορέσει να εκτελέσει καλά το έργο που του ανήκει.




[1] Η έννοια της αρετής εξελίχθηκε στην αρχαιότητα παράλληλα με τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που διαμόρφωσαν την εικόνα της αρχαίας ελληνικής – πόλης κράτους.
ü      Στον Όμηρο η αρετή δηλώνει την ιδιότητα του «αριστοκράτη» και ταυτίζεται με τη σωματική δύναμη και την τόλμη. Ταυτίζεται με την ικανότητα του «ἐπιτελεῖν ἀριστείας» και του «λέγειν καί πράττειν»,
ü      Στη συνέχεια εξελίσσεται σε πνευματική ιδιότητα (σοφία),
ü      Ακολουθεί, καθώς διευρύνεται η δημοκρατία στην αρχαία ελληνική πόλη-κράτος η εξέλιξη της σε πολιτική ιδιότητα = η ιδιότητα του καλού πολίτη και του καλού πολιτικού [η ευβουλία του Πρωταγόρα],
Στον Πλάτωνα η έννοια παίρνει ηθικό περιεχόμενο.
[2] Δύο θεμελιώδεις ιδέες του Αριστοτέλη βοηθούν σ’ αυτό το σημείο να παρακολουθήσουμε το συλλογισμό του:
1.     Τα έργα των ανθρώπων, αλλά και κάθε δημιούργημα της φύσης, κάθε ζωντανό ον έχει μέσα στον ίδιο του τον εαυτό του αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει «ἀρχήν κινήσεως» [= αρχή της αύξησής του]. Από τη στιγμή που θα γεννηθεί κάτι από τη φύση, αρχίζει σ’ αυτό μια ορισμένη διαδικασία, η οποία, αν δεν εμποδιστεί από έξω (από εξωτερικού παράγοντες) θα ακολουθήσει μια από τα πριν καθορισμένη πορεία. Η πορεία αυτή θα το οδηγήσει στο «τέλος» του [= στην τελείωσή του]. Πολλά βέβαια μπορεί να συμβούν και αυτή η πορεία να ανακοπεί και το όν να μη φτάσει ποτέ στο τέλος του. Αυτό δε σημαίνει απολύτως τίποτα ως προς το «τέλος» που έχει οριστεί γι’ αυτό το ον.
2.     Άμεσα συνδεδεμένη με την έννοια του «τέλους» είναι η ιδέα ότι καθετί που δημιουργείται στη φύση, έχει να επιτελέσει ένα συγκεκριμένο έργο. Τίποτα δε δημιουργείται στη φύση εις μάτην. Ένα φυσικό ον, για τον Αριστοτέλη, έχει φτάσει στο «τέλος» του, όταν έχει επιτελέσει το έργο του που του έχει ανατεθεί από τη φύση.
[3] Πρβλ. Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1098 a 6-20: εἰ δ᾽ ἐστὶν ἔργον ἀνθρώπου ψυχῆς ἐνέργεια κατὰ λόγον ἢ μὴ ἄνευ λόγου, τὸ δ᾽ αὐτό φαμεν ἔργον εἶναι τῷ γένει τοῦδε καὶ τοῦδε σπουδαίου, ὥσπερ κιθαριστοῦ καὶ σπουδαίου κιθαριστοῦ, καὶ ἁπλῶς δὴ τοῦτ᾽ ἐπὶ πάντων, προστιθεμένης τῆς κατὰ τὴν ἀρετὴν ὑπεροχῆς πρὸς τὸ ἔργον· κιθαριστοῦ μὲν γὰρ κιθαρίζειν, σπουδαίου δὲ τὸ εὖ· εἰ δ᾽ οὕτως, [ἀνθρώπου δὲ τίθεμεν ἔργον ζωήν τινα, ταύτην δὲ ψυχῆς ἐνέργειαν καὶ πράξεις μετὰ λόγου, σπουδαίου δ᾽ ἀνδρὸς εὖ ταῦτα καὶ καλῶς, ἕκαστον δ᾽ εὖ κατὰ τὴν οἰκείαν ἀρετὴν ἀποτελεῖται· εἰ δ᾽ οὕτω,] τὸ ἀνθρώπινον ἀγαθὸν ψυχῆς ἐνέργεια γίνεται κατ᾽ ἀρετήν, εἰ δὲ πλείους αἱ ἀρεταί, κατὰ τὴν ἀρίστην καὶ τελειοτάτην. [= Από το ότι γνώρισμα του ανθρώπου είναι η ενέργεια της ψυχής σε πλήρη ή μερική συμφωνία με τη νόηση κι αν παραδεχθούμε ότι η λειτουργία αυτή ανήκει στη φύση του ηθικού ανθρώπου καθώς όταν μιλούμε για ένα κοινό και για ένα έξοχο κιθαριστή και για όλα αυτά τα πράγματα σύντομα, λαμβάνοντας υπόψιν την υπεροχή που σύμφωνα με την ικανότητα αναδεικνύει την πράξη (εφόσον έργο κάθε κιθαριστή είναι να παίζει κιθάρα, αλλά του έξοχου κιθαριστή είναι να παίζει θαυμάσια), θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι γνώρισμα του ανθρώπου είναι ένα είδος ζωής, και ότι το είδος αυτό είναι η ενέργεια της ψυχής, που συνοδεύεται από λογικές πράξεις, καθώς και ότι στον τέλειο άνθρωπο τα πάντα εκτελούνται σύμφωνα με το καλό και το ωραίο, αφού η καθεμιά από τις πράξεις αυτές επιτελείται σύμφωνα με την αρετή που είναι κτήμα του. Σύμφωνα με τα παραπάνω το ανθρώπινο αγαθό συνίσταται στην ενέργεια της ψυχής σύμφωνα με την ανθρώπινη αρετή, και στην περίπτωση που υπάρχουν πολλές αρετές, σύμφωνα με την καλύτερη και την τελειότερη] .