Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Πλάτωνας, Πρωταγόρας: Ενότητα 4: Η πολιτική αρετή, κοινό δώρο του Δία στους ανθρώπους, απαραίτητη ιδιότη-τα για τη συγκρότηση κοινωνικών

Ο μύθος του Πρωταγόρα
Κυρίως μύθος
1ο στάδιο
Η επιμεθεϊκή φάση
ü      Βιολογικός σχηματισμός του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι ατελής σε σχέση με τα άλλα ζώα.
2ο στάδιο
Η προμηθεϊκή φάση
ü      Ο άνθρωπος κατακτάει τις τέχνες. Δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τον τεχνικό πολιτισμό και την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου.
ü      Σχηματισμός των πρώτων κοινωνιών
ü      Διαμόρφωση των πρώτων θεσμών (θρησκεία)
ü      Ανακάλυψη έναρθρου λόγου (γλώσσα)
3ο στάδιο
Η φάση σχηματισμού πόλεων
ü      Σχηματισμός πόλεων.
ü      Αποδοχή από τους ανθρώπους ηθικών αξιών, γενικών αρχών για την κοινή αρμονική τους ζωή.

Επιμύθιο
ü      Συμπληρωματική απόδειξη

«Θείας μετέσχε μοίρας»: Με τη φράση αυτή εννοείται ότι ο άνθρωπος, μόνος αυτός από όλα τα ζώα, έχει μερίδιο στη θεϊκή φύση, επειδή δηλαδή είχε τη φωτιά, που θεωρούνταν ότι αποτελούσε στοιχείο θεϊκής ουσίας και ένα από τα μυστικά της δύναμής των θεών. Η φωτιά επομένως αποτελεί θεϊκό μερίδιο διότι:
α) Μέχρι τότε το κατείχαν μόνο οι Θεοί.
β) Οι άνθρωποι το απέκτησαν με τη θεϊκή παρέμβαση του Προμηθέα.
γ) Επέτρεψε τον άνθρωπο να αναπτύξει πολιτισμό και, επομένως, να αναγνωρίσει την ύπαρξη θεών, αφού αυτή ήταν η πρώτη άμεση συνέπεια του δώρου της φωτιάς.
Συμπέρασμα: η κατοχή της φωτιάς καθιστά τον άνθρωπο συγγενή προς τους θεούς.

«Θεούς ἐνόμισε ... ... βωμούς ἱδρύεσθαι καί ἀγάλματα θεῶν»: Ο άνθρωπος, εξαιτίας της στενής σχέσης που έχει με του θεούς, είναι το μόνο από τα ζωντανά πλάσματα που λάτρεψε τους θεούς.
Άρα λοιπόν η ανάγκη τους να πιστέψουν στους θεούς και να εκφράσουν αυτήν την πίστη τους με τη λατρεία (το θρησκευτικό συναίσθημα των ανθρώπων) ερμηνεύεται με βάση τη συγγένεια που υπάρχει μεταξύ θεών και ανθρώπων.
Η αντίληψη που εκφράζεται:
ü      η θρησκεία λογίζεται ως ανθρωπολογικό δεδομένο,
ü      συμπεριλαμβάνεται στα επιτεύγματα του ανθρώπου,
ü      και ότι «όλα αυτά τα κατορθώματα του ανθρώπου εντάσσονται σε ένα καθαυτό προ-ηθικό στάδιο της πολιτισμικής ανέλιξης».
Πώς σχετίζονται αυτές οι απόψεις με τον αγνωστικισμό του Πρωταγόρα;
ü      Ο Πρωταγόρας αποδέχεται το γεγονός ότι οι άνθρωποι πιστεύουν σε θεούς και τους λατρεύουν. Είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να την αρνηθεί.
ü      Ο ίδιος ο Πρωταγόρας κατά πάσα πιθανότητα αναγνώριζε ότι η λατρεία ταιριάζει στον άνθρωπο και ίσως είναι κάτι το απαραίτητο, χωρίς όμως και να παίρνει θέση σχετικά με την ύπαρξη του αντικειμένου της (αγνωστικισμός).
Το ένστικτο της πίστης και της λατρείας είναι θεμελιώδες στην ανθρώπινη φύση, και η απόδοσή του σε θεϊκή συγγένεια δεν είναι κάτι το περίεργο σε μια αφήγηση που ομολογουμένως δίνεται σε μορφή λαϊκής μυθολογίας για να γίνει πιο ευχάριστη.

Η δημιουργία της γλώσσας:
1)       Ο Πρωταγόρας, όπως και οι άλλοι σοφιστές, υποστηρίζει ότι η διαμόρφωση της γλώσσας (βασικό μέσο επικοινωνίας και ανάπτυξης πολιτισμού) ήταν μια πολιτισμική κατάκτηση των ανθρώπων και όχι κάτι έμφυτο και δεδομένο. Αυτό επιτεύχθηκε διότι ο άνθρωπος διαφοροποιήθηκε από τα υπόλοιπα ζώα έχοντας το μυαλό, το νου, τη λογική. Εξάλλου στα ελληνικά η λέξη λόγος έχει διπλή σημασία, και λογική και ομιλία.
2)       Παράλληλα όμως στην αρχαιότητα, υπήρχε διαδεδομένη και η άποψη ότι η γλώσσα δόθηκε στον άνθρωπο εξαρχής ως φυσικό κτίσμα του.
Η άποψη της σημερινής γλωσσολογίας επιβεβαιώνει την άποψη των σοφιστών. Η γλωσσολογία διακρίβωσε και ανέλυσε τη διπλή άρθρωση που παρουσιάζει η κάθε γλώσσα:
®  η άρθρωση των φθόγγων, με την οποία σχηματίζονται οι λέξεις, που εκφράζουν απλά δεδομένα της εμπειρίας,
®  η άρθρωση των λέξεων (σύνταξη) με την οποία σχηματίζονται προτάσεις, που εκφράζουν σύνθετα δεδομένα της εμπειρίας, σκέψεις κτλ.
Ίσως αυτή η διπλή άρθρωση της γλώσσας να λανθάνει στη φράση «φωνήν καί ονόματα διῃρθρώσατο».

Η σχέση πολιτικής τέχνης και πολεμικής - Γιατί σε αυτό το σημείο επισημαίνεται η σχέση του πολέμου με τις οργανωμένες πολιτικά κοινωνίες; Η πολεμική τέχνη δημιουργείται και αναπτύσσεται σε οργανωμένες κοινωνίες. Τονίζεται σ’ αυτό το σημείο η σχέση πολέμου και οργανωμένης πολιτικά κοινωνίας διότι:
1)       Ο πόλεμος (αμυντικός, επιθετικός) είναι μια οργανωμένη μορφή βίας που ασκείται στα πλαίσια της πολιτικής (είναι μια μορφή πολιτικής για την υλοποίηση στόχων και την επίτευξη λύσεων),
2)       Ο πόλεμος ως μια σύνθετη μορφή βίας διεξάγεται από πολλούς ανθρώπους που πρέπει να δρουν συντονισμένα και πειθαρχημένα. Άρα λοιπόν έχει άμεση σχέση με την καλλιέργεια πολιτικής συνείδησης, με την έννοια ότι οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να ζουν μαζί υπακούοντας σ’ ένα κοινό πλαίσιο αρχών και αξιών.
3)       Πρέπει να διαφοροποιηθεί ο πόλεμος (ως οργανωμένη άσκηση βίας) από τις μεμονωμένες περιπτώσεις άσκησης βίας (που μπορεί να σχετίζονται με μια ενστικτώδη αντίδραση αυτοσυντήρησης).

«Σώζεσθαι κτίζοντες πόλεις» - η αιτία δημιουργίας πόλεων: Σύμφωνα με το μύθο του Πρωταγόρα ο βασικός λόγος που οδήγησε του ανθρώπους στην κοινωνική συμβίωση είναι η ανάγκη τους να προστατευτούν από τα θηρία. Ανάλογη άποψη εκφράζει και ο Πλάτωνας στην Πολιτεία (369b), ο οποίος θεωρεί αίτιο δημιουργίας των πόλεων την ανεπάρκεια του ανθρώπινου όντος να ανταπεξέλθει ατομικά στις ίδιες ανάγκες του[1].
ü      Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα η πολιτική κοινότητα είναι προϊόν των δύσκολων συνθηκών που είχαν να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι και της αδυναμίας τους απέναντι στα θηρία. Η οργάνωση βιώσιμων κοινωνικών συσσωματώσεων επιβάλλει τον αλληλοσεβασμό και τη δικαιοσύνη. Όποιος δεν μπορεί να είναι δίκαιος και αρνείται να σεβαστεί τους συνανθρώπους του πρέπει να εξοντώνεται ως «νόσος» της πόλεως.
ü      Επομένως ο Πρωταγόρας δέχεται ότι, για να δημιουργηθεί η πολιτική κοινότητα, υπάρχει κάποια συμφωνία ανάμεσα στους ανθρώπους που την αποτελούν. Μια συμφωνία που καθορίζει το τι είναι δικαιοσύνη και αλληλοσεβασμός, ποιο είναι το περιεχόμενό τους και ποια τα όρια τους. Με την επιμέλεια και τη διδασκαλία οι άνθρωποι μαθαίνουν να σέβονται αλλήλους και να είναι δίκαιοι.
ü      Για τον Πρωταγόρα ως σκοπό της πολιτικής κοινότητας βλέπει την ασφάλεια και την άμυνα απέναντι στις εξωτερικές συνθήκες. Δε φαίνεται να θεωρεί την κοινότητα απαραίτητο όρο για την ευδαιμονία του ανθρώπου, αν υπήρχε η δυνατότητα να αντιμετωπιστούν οι εξωτερικοί κίνδυνοι. Με τη φωτιά και με τις τεχνικές γνώσεις ο άνθρωπος μπόρεσε και κατάκτησε την «εὐπορίαν βίου», πριν ακόμα δημιουργήσει οργανωμένες κοινωνίες και πόλεις. Ο Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι οι κοινωνίες δημιουργούνται νόμῳ. Για τους σοφιστές του 5ου αιώνα π.Χ. οι όροι νόμῳ και φύσει εξέφραζαν μια θεμελιώδη αντίφαση, που βρισκόταν στη βάση της σκέψης τους[2].
Ο Αριστοτέλης αντίθετα θεωρεί ότι η κοινωνική συμβίωση αποτελεί πρωταρχική ανάγκη του ανθρώπου και πηγάζει από την κοινωνική ορμή του («ὁ ἄνθρωπος φύσει ζῶον πολιτικόν»[3]: ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ζωντανή ύπαρξη προορισμένη να ζει σε οργανωμένη κοινωνία).
ü      Για τον Αριστοτέλη η πολιτική κοινότητα φύσει εστί, δηλαδή δε δημιουργήθηκε ούτε από εξωτερική ανάγκη ούτε από με συμφωνία μεταξύ των μελών της. Η τάση για συμμετοχή στην πολιτική κοινότητα δεν είναι αποτέλεσμα εξωτερικών συνθηκών, αλλά εσωτερική φυσική προδιάθεση.
ü      Διαφοροποίηση υπάρχει και ως προς τους σκοπούς της πολιτικής κοινότητας. Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η υποστηρίζει ότι η πολιτική κοινότητα έχει δύο σκοπούς:
α) να εξασφαλίσει το «ζην», τις βασικές ανάγκες για την επιβίωση των μελών της («τοῦ μή ἀδικεῖν σφᾶς αὐτούς καί τῆς μεταδόσεως χάριν»),
β) να εξασφαλίσει την «αυτάρκεια», την τέλεια ζωή όπου καταξιώνεται με την αρετή η ύπαρξή της («του εὖ ζῆν κοινωνία [...] ζωῆς τελείας χάριν καί αὐτάρκους»)[4].
Αφού λοιπόν ο άνθρωπος, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, έχει φύσει την ανάγκη της κοινωνικής συμβίωσης, δε χρειάζεται να του επιβληθεί η ικανότητα να αντιλαμβάνεται το δίακιο και το άδικο, το καλό και το κακό κτλ. 
Η αντίληψη ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες συγκροτούνται νόμῳ είναι πρωτοποριακή για την εποχή της. Σύμφωνα με αυτή οι ανάγκες ώθησαν τον άνθρωπο να επεξεργαστεί σχήματα κοινωνικής οργάνωσης. Άρα ο τρόπος που είναι οργανωμένη μια κοινωνία είναι ανθρώπινο δημιούργημα και, όπως όλα τα ανθρώπινα δημιουργήματα, μπορεί να αλλάξει, να τροποποιηθεί, να εξελιχτεί, να εμπλουτιστεί, να επαναπροσδιοριστεί το περιεχόμενό της. Ο άνθρωπος αποφασίζει πώς θα οργανώσει την κοινωνία του. Αν λοιπόν ο άνθρωπος θεωρεί ότι ο τρόπος που είναι οργανωμένη η κοινωνία μέσα στην οποία ζει δεν είναι αυτός που θα ήθελε έχει δικαίωμα να την αλλάξει.
Είναι μια θέση που πολλούς αιώνες αργότερα υιοθέτησαν και επεξεργάστηκαν και άλλοι στοχαστές και βρίσκεται στη βάση της θεωρίας του κοινωνικού συμβολαίου (Τζον Λοκ, Ζαν Ζακ Ρουσό).
Το «κοινωνικό συμβόλαιο» είναι μια «συμφωνία» (ένας νόμος) ανάμεσα σ’ αυτούς που κυβερνούν και σ’ αυτούς που κυβερνιούνται. Σύμφωνα μ’ αυτό, το κράτος (δηλαδή όσοι κυβερνούν) πρέπει να σέβεται τα φυσικά δικαιώματα που έχουν όλοι οι άνθρωποι και να τα υπερασπίζεται. Από την άλλη, όσοι κυβερνιούνται πρέπει να υπακούν στους νόμους του κράτους, αφού και εκείνο εξασφαλίζει την ελευθερία τους, την ασφάλειά τους και φροντίζει να είναι όλοι ευτυχισμένοι και να ευημερούν.
Σε περίπτωση που οι κυβερνώντες δε σέβονται αυτό το νόμο και αυθαιρετούν οι κυ­βερνώμενοι έχουν το δικαίωμα να τους αλλάξουν, να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους

Η σειρά που εμφανίζονται οι πολιτισμικές κατακτήσεις του ανθρώπου στο μύθο:
1)       Ο άνθρωπος κατακτάει τις τεχνικές γνώσεις και τη φωτιά. Αναπτύσσονται οι τέχνες. Ο άνθρωπος αρχίζει να επιβάλλεται στη φύση. 
2)       Δημιουργείται η θρησκεία (λόγω του ότι η φωτιά συνδέει τον άνθρωπο με το Θεό).  Λόγω της συγγένειάς τους, της ειδικής σχέσης τους με τους θεούς, οι άνθρωποι ήταν τα μόνα πλάσματα που πίστεψαν στους θεούς και τους λάτρεψαν (κατασκευάζοντας αγάλματα και βωμούς προς τιμήν τους).
3)       Δημιουργείται η γλώσσα. Η δημιουργία της γλώσσας. Ο Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι η διαμόρφωση της γλώσσας (βασικό μέσο επικοινωνίας και ανάπτυξης πολιτισμού) ήταν μια πολιτισμική κατάκτηση των ανθρώπων και όχι κάτι έμφυτο και δεδομένο.
4)       Δημιουργούνται οι πρώτες συσσωματώσεις ανθρώπων, αλλά αυτές δεν μπορούν να εξελιχθούν σε οργανωμένες κοινωνίες. Οι άνθρωποι αγνοούν τους κώδικες της συμβίωσης.
5)       Αποχτιέται η πολιτική αρετή. Ο Δίας, δηλαδή οι θεοί, προσφέρουν σε όλους τους ανθρώπους την αιδώ και τη δίκη. Η ανάπτυξη οργανωμένων κοινωνιών είναι πλέον δυνατή. Οι άνθρωποι αποκτούν το βασικό κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Έτσι μπορεί να καλλιεργηθεί η πολιτική αρετή και να αναπτυχθεί η πολιτική τέχνη.

Αιδώς και δίκη – Το περιεχόμενο των όρων


Αιδώς
1.     Ο σεβασμός του ανθρώπου προς το συνάνθρωπό του
2.     Ο αυτοσεβασμός
3.     Ο αυτοέλεγχος
4.     Η ηθική συνείδηση
5.     Η ηθικότητα
6.     Η σωφροσύνη.
7.     Ο σεβασμός των άγραφων νόμων
8.     Η φιλοτιμία
9.     Η κοσμιότητα
10.  Η σεμνότητα
11.  Το συναίσθημα της ντροπής που νιώθει ο κοινωνικός άνθρωπος (αυτός που ζει σε κοινωνία, μαζί με άλλους ανθρώπους) για κάθε πράξη που δε συμφωνεί με τις καθιερωμένες κοινωνικές αντιλήψεις, με τον καθιερωμένο ηθικό κώδικα μιας κοινωνίας
12.  Η αγανάκτηση (που συχνά εκδηλώνεται με αποδοκιμασία) για όποιον δρα αντικοινωνικά. Το συναίσθημα αυτό λειτουργεί και ως κίνητρο για την εκτέλεση του χρέους και του καθήκοντος που επιβάλλει η κοινωνία στα μέλη της, αφού έτσι αποφεύγεται η αγανάκτηση και η αποδοκιμασία των άλλων



Δίκη
1.     Το συναίσθημα της δικαιοσύνης
2.     Ο σεβασμός των δικαιωμάτων των συνανθρώπων μας και οι ενέργειες για την αποκατάσταση αυτών των δικαιωμάτων, όταν κάποιος τα καταστρατηγεί και τα καταπατάει
3.     Η έμφυτη αντίληψη για το δίκαιο, το σωστό και το νόμιμο (η αντίληψη που υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους ότι δεν μπορούν αν ζήσουν χωρίς κανόνες και νόμους). Με τη δίκη εξασφαλίζεται η δημιουργία και η τήρηση κανόνων δικαίου, περιορίζεται ο ατομικισμός, κατοχυρώνεται το δίκαιο, το ορθό, το νόμιμο

Σχόλιο 1
Το περιεχόμενο του τι είναι κάθε φορά ορθό, νόμιμο και δίκαιο είναι προϊόν κοινωνικής κατασκευής αυτών που έχουν την πραγματική, οικονομική και συμβολική εξουσία σε μια κοινωνία. Είναι κάτι που αλλάζει, καθώς διαφοροποιούνται οι κοινωνικές δομές και σχέσεις.

Σχόλιο 2
Η αιδώς και η δίκη σχετίζονται και με τη φύση των πολιτισμών και των κοινωνιών που αυτοί θεμελιώνουν. Έτσι έχουμε πολιτισμούς ενοχής[5] και πολιτισμούς ντροπής[6].

Αιδώς και δίκη – Ο τρόπος που μοιράστηκαν – Η καθολικότητα των δύο αρετών: Η αιδώς και η δίκη μοιράζονται σε όλους τους ανθρώπους και όλοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε αυτές, διότι έτσι μόνο εξασφαλίζεται η δημιουργία και η εδραίωση κοινωνικών συσσωματώσεων (πόλεων).
Ο συλλογισμός του έχει ως εξής:
1)       Για να μπορέσουν να δημιουργηθούν βιώσιμες κοινωνικές συσσωματώσεις πρέπει να υπάρχει ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο συμβίωσης και δραστηριοποίησης των ανθρώπων. Δηλαδή απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εκ προτέρων αποδοχή κοινών αξιών και αρχών, ενός κοινού κώδικα, ενός κοινού πλαισίου εντός του οποίων συμβιώνει και δραστηριοποιείται ο άνθρωπος.
2)       Απαραίτητες προϋποθέσεις, βασικό θεμέλιο για τη συγκρότηση και τη λειτουργία αυτού του πλαισίου είναι δύο έννοιες: η αιδώς και η δίκη. Η αιδώς και η δίκη οδηγούν τους ανθρώπους στην πολιτική τέχνη, δηλαδή τους μαθαίνουν να αναζητούν και να αποδέχονται τρόπους συμβίωσης, συγκρότησης και εδραίωσης κοινωνικών συσσωματώσεων.
3)       Αυτό το πλαίσιο αφορά όλους τους ανθρώπους. Αν στον καταμερισμό της εργασίας περιλαμβανόταν και η πολιτική τότε δε θα συμμετείχαν όλοι σε αυτό το πλαίσιο και στην πολιτική ζωή και, επομένως, δε θα υπήρχαν κοινωνικές συσσωματώσεις (πόλεις). Οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί θα κατέληγαν στην αλληλοεξόντωση των ανθρώπων, όπως στην προηγούμενη φάση.
4)       Επομένως, η αιδώς και η δίκη θα ήταν αδιανόητο να μην έχουν δοθεί σε όλους. Όποιος δε συμμετέχει σε αυτές τις έννοιες δεν μπορεί να συμβιώσει με τους άλλους ανθρώπους. Δε θεωρείται απλώς ένας πολίτης που υστερεί σε κάτι, αλλά θεωρείται ένα καρκίνωμα που πρέπει να καταπολεμηθεί.
5)       Η αιδώς και η δίκη δεν είναι αξίες που ο άνθρωπος τις έχει φύσει, αλλά διδάσκονται. Ο άνθρωπος γνωρίζει την ύπαρξή τους, αλλά πρέπει να μάθει να τις αξιοποιεί και να τις εντάσσει στη ζωή του. Άρα λοιπόν με τη διδασκαλία κατακτιούνται και εμπεδώνονται οι δύο αυτές έννοιες που συγκροτούν τη βάση της πολιτικής. Έτσι ερμηνεύεται η στάση του Δία να επιβάλει αυστηρές ποινές για όσους δεν κατακτούν τελικά την αιδώ και τη δίκη. Άρα η πολιτική αρετή διδάσκεται.

Σημείωση: Στο κείμενο δε γίνεται άμεση διάκριση σε δημοκρατικά και ολιγαρχικά πολιτεύματα, αλλά έμμεσα ο Πρωταγόρας φαίνεται να δέχεται ότι το αθηναϊκό πολίτευμα είναι αυτό που ανταποκρίνεται περισσότερο στις ανάγκες μιας προηγμένης κοινωνίας. Η αιδώς και η δίκη βρίσκουν την πιο προηγμένη τους έκφραση σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπως η αθηναϊκή.
Υπάρχει η φυσική καταβολή και η ισομοιρία (ισοκατανομή) της πολιτικής η οποία όμως θα χρειαστεί το κατάλληλο έδαφος της δημοκρατικής κοινωνίας για να αναπτυχθεί.


Αιδώς και δίκη - Ο ρόλος τους στον ανθρώπινο πολιτισμό: Οι δύο αυτές αρετές δόθηκαν από το Δία στους ανθρώπους με δύο στόχους:
α) να επικρατήσει τάξη και αρμονία στις πόλεις,
β) να αποφευχθεί η αλληλοεξόντωση των ανθρώπων.
Ο συλλογισμός έχει ως εξής:
1)       Οι έννοιες αυτές δεν αποτελούν έμφυτα χαρακτηριστικά των ανθρώπων, δηλαδή δεν τις διαθέτουν οι άνθρωποι φύσει. Αποτελούν έννοιες – πρότυπα το περιεχόμενο των οποίων [το οποίο κατά καιρούς και κατά τόπους μπορεί να διαφοροποιείται, να εξελίσσεται, να εμπλουτίζεται και να μεταβάλλεται] οι άνθρωποι πρέπει κατά περίπτωση να κατακτήσουν και να εμπλουτίσουν με τη λογική και με προσωπικό αγώνα. Η οργάνωση της κοινωνίας μπορεί να στηριχτεί σ’ αυτές τις αρετές/τις ιδιότητες μόνο όταν οι άνθρωποι γνωρίσουν καλά αυτές τις έννοιες, όταν τις αφομοιώσουν και τις αποδεχτούν στις μεταξύ τους σχέσεις. Έτσι περιορίζονται οι βίαιες πράξεις, καθώς οι ενστικτώδεις αντιδράσεις χαλιναγωγούνται και αποτρέπονται οι αυθαιρεσίες.
2)       Η κατάκτηση των εννοιών αυτών σημαίνει ότι μεταξύ των ανθρώπων εδραιώνεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη στις σχέσεις τους. Δημιουργείται η έννοια του πλαισίου μέσα στο οποίο συμβιώνει και δραστηριοποιείται ο άνθρωπος, ένα πλαίσιο το οποίο έχει και θέτει «όρια» στην ανθρώπινη συμπεριφορά.
3)       Μια κοινωνία που θεμελιώνει την οργάνωσή και τη λειτουργία της πάνω σ’ αυτές τις δύο έννοιες εξασφαλίζει την τάξη («κόσμος») και επιτυγχάνει να δημιουργήσει δεσμούς που οδηγούν στη συνεργασία (φιλία) ανάμεσα στους κατοίκους των πόλεων. Ως συνεργασία πρέπει να εννοηθεί η κοινή προσπάθεια λογικής επεξεργασίας πλαισίων συμβίωσης απαλλαγμένων από τη βία, τις ενστικτώδεις αντιδράσεις, την αυθαιρεσία.
4)       Ακόμα επιτυγχάνει να δημιουργήσει δεσμούς φιλίας/συνεργασίας ανάμεσα στην πολιτεία (το κράτος) και τους πολίτες του. Οι πολίτες σέβονται το κράτος το οποίο από την πλευρά του οφείλει να είναι δίκαιο και να φροντίζει για όλους τους πολίτες του.
Έτσι επιτυγχάνεται η συνειδητή υπακοή στους νόμους, θεμελιώνεται ο ομαλός πολιτικός βίος και κατοχυρώνεται ένα πολίτευμα που δεν μπορεί να είναι παρά δημοκρατικό.
Ό,τι συνθέτει και στηρίζει τον ανθρώπινο πολιτισμό (κοινωνική αρμονία και συνοχή, ευνομία, ευταξία, δημοκρατία, ηθική και κοινωνική ευθύνη, θετική διάκριση και αποδοχή της διαφορετικότητας) στηρίζεται στα δύο αυτά θεϊκά δώρα.
Γι’ αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσεται κάποιος από τη συμπεριφορά των Αθηναίων στην εκκλησία του δήμου, οι οποίοι δέχονται να μιλάει για πολιτικά θέματα οποιοσδήποτε πολίτης.

Η αιδώς και η δίκη και η νόμῳ συγκρότηση των κοινωνιών: Η αναφορά στην αιδώ και τη δίκη, δύο εννοιών που ο άνθρωπος τις μαθαίνει, διδάσκεται το περιεχόμενό τους ενισχύει την άποψη ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι νόμῳ δημιουργήματα.
1)       Οι ανάγκες ωθούν τους ανθρώπους να οργανωθούν κοινωνικά.
2)       Η δημιουργία βιώσιμων κοινωνικών συσσωματώσεων επιβάλει την αιδώ και τη δίκη.
3)       Ο άνθρωπος δε διαθέτει την αιδώ και τη δίκη φύσει. Διδάσκεται  το περιεχόμενό τους, μαθαίνει τη λειτουργία τους.
4)       Σε διαφορετικά πλαίσια και το περιεχόμενο των όρων αιδώς και δίκη μπορεί να είναι διαφορετικό.
5)       Αφού οι όροι αιδώς και δίκη διδάσκονται. Τι διδάσκεται κάθε φορά είναι «σχετικό», προϊόν της ιστορικής συγκυρίας, εξαρτάται από τα κοινωνικώς κρατούντα (ήθη, έθιμα, νόμους, κοινή γνώμη, νοοτροπίες, στερεότυπα).
6)       Είναι δύο βασικές έννοιες για τη συγκρότηση των ανθρώπινων συσσωματώσεων, αλλά το περιεχόμενό τους υπάγεται στην εξέλιξη, στην αναπροσαρμογή. Με άλλα λόγια κάθε φορά οι άνθρωποι διαπραγματεύονται τα όρια και το περιεχόμενο του τι είναι αλληλοσεβασμός, δικαιοσύνη κτλ.
Άρα το περιεχόμενο των εννοιών αιδώς και δίκη είναι κάθε φορά διαπραγματεύσιμο και επαναπροσδιορίσμο νόμῳ[7].
Το επιμύθιο: Στην ενότητα 1 ο Σωκράτης με το επιχείρημα σχετικά με τη στάση των Αθηναίων στην εκκλησία του δήμου, οι οποίοι δέχονται να τους συμβουλεύει για πολιτικά ζητήματα οποιοσδήποτε πολίτης, προσπάθησε να αμφισβητήσει τη θέση του Πρωταγόρα ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται.  
Ο Πρωταγόρας με τη φράση: Έτσι λοιπόν, Σωκράτη, και γι’ αυτούς τους λόγους τόσο οι άλλοι όσο και οι Αθηναίοι ... ... ..., περνάει από το μύθο στο συμπέρασμα και δικαιώνει τους Αθηναίους για τη στάση τους στην εκκλησία του δήμου, θεωρώντας παράλληλα ότι ανατρέπει την επιχειρηματολογία του Σωκράτη.
Οι Αθηναίοι δέχονται τη συμβουλή οποιουδήποτε πολίτη για πολιτικά ζητήματα γιατί στην πολιτική αρετή μετέχουν όλοι οι πολίτες που μετέχουν στην πολιτική κοινότητα. Οι ρίζες της πολιτικής αρετής είναι η αιδώς και η δίκη. Και οι δύο αυτές ιδιότητες/αρετές δώρισε ο Δίας σε όλους τους ανθρώπους και αποτελούν τη βάση της πολιτικής ζωής και της πολιτικής αρετής. Σύμφωνα με τη δημοκρατική αντίληψη κάθε πολίτης θεωρείται κάτοχος της πολιτικής αρετής και ως εκ τούτου έχει το δικαίωμα να εκφράσει τη γνώμη του πάνω στα πολιτικά ζητήματα.
Ο Πρωταγόρας υποστηρίζει μια δημοκρατική και εξισωτική αντίληψη για την πολιτική αρετή που είναι αντίθετη με τη γνώμη του Πλάτωνα και του Σωκράτη. Δέχεται ότι όλοι οι πολίτες έχουν εν δυνάμει μέσα τους την αιδώ και τη δίκη (τα θεμέλια της πολιτικής ζωής). Έτσι δικαιολογείται και η στάση των Αθηναίων στην εκκλησία του δήμου. Ο Σωκράτης και ο Πλάτωνας υποστηρίζουν ότι η πολιτική αρετή είναι επιστήμη και γι’ αυτό δεν μπορεί να την κατέχουν οι πολλοί (πολύ περισσότερο δεν μπορούν να την κατέχουν όλοι), αλλά οι διανοούμενοι και οι «επιστήμονες», οι επαΐοντες.
Πρέπει να σημειωθεί όμως η λεκτική μετατόπιση του Πρωταγόρα από την αιδώ και τη δίκη στη δικαιοσύνη και τη σωφροσύνη, πράγμα που θα εκμεταλλευθεί ο Σωκράτης, για να διαπιστώσει αργότερα το δεύτερο βασικό του ερώτημα.

Ο μύθος του Πρωταγόρα – Τα βασικά του επιχειρήματα
Μέσα από το μύθο ο Πρωταγόρας:
1)       Δείχνει ότι η πολιτική αρετή δεν είναι έμφυτη στον άνθρωπο, αλλά διδακτή και επίκτητη.
ü      Οι άνθρωποι δεν την είχαν φύσει, αλλά την απόκτησαν σε μεταγενέστερο στάδιο της ιστορίας τους.
ü      Αυτό σημαίνει ότι τη διδάχτηκαν. Πώς τη διδάχτηκαν; μαθαίνοντας το περιεχόμενο της αιδούς και της δίκης, δύο θεμελιωδών εννοιών για τη συγκρότηση βιώσιμων κοινωνικών συσσωματώσεων.
ü      Επομένως η πολιτική αρετή διδάσκεται, αποχτιέται με τη διδασκαλία και την προσπάθεια.
2)       Δικαιολογεί την πρακτική της αθηναϊκής δημοκρατίας να δέχεται ότι όλοι μπορούν να συμμετέχουν στην άσκηση πολιτικής.
ü      Η αιδώς και η δίκη μοιράστηκαν σε όλους τους ανθρώπους. Σε αυτή την περίπτωση δεν ίσχυσε ο καταμερισμός εργασίας (όπως συνέβη) με τις άλλες τέχνες, διότι αλλιώς δεν μπορεί να εννοηθεί καν η ύπαρξη οργανωμένων κοινωνιών.
ü      Όλοι οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση στις δύο αυτές έννοιες, κατέχουν τη δυνατότητα να τις μάθουν και να ασκηθούν σ’ αυτές. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η κατοχή της πολιτικής αρετής και η γνώση του περιεχομένου της αιδούς και της δίκης δεν αναιρεί τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των ανθρώπων, τις διαφορετικές εκτιμήσεις, τα διαφορετικά επίπεδα πρόσκτησης των δύο αυτών εννοιών. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό δεν αναιρεί την κατοχή τους. Με τη διδασκαλία και τη μάθηση όλα αυτά τροποποιούνται και βελτιώνονται.
ü      Έτσι ορθά δέχονται οι Αθηναίοι κάθε πολίτη να τους εκφέρει γνώμη για τα πολιτικά πράγματα.
Στις οργανωμένες κοινωνίες όλοι οι πολίτες κατέχουν την πολιτική αρετή διότι όλοι τη διδάσκονται από τα παιδικά τους χρόνια. Στηρίζεται σε υπόβαθρο κοινό (αιδώς και δίκη), άρα επιδεκτικό βελτίωσης. Οι παρεχόμενες νουθεσίες και οι επιβαλλόμενες ποινές τείνουν προς αυτήν την κατεύθυνση και αποδεικνύουν το διδακτό της αρετής, καθώς προσπαθούν συντονισμένα να εντάξουν το παιδί στην κοινωνία μαθαίνοντας το παιδί τι είναι σωστό και τι όχι, τι δίκαιο και τι όχι, κτλ. [βλ. επιμύθιο].

Με το πρώτο επιχείρημα αναιρεί την άποψη του Σωκράτη ότι η αρετή δεν μπορεί να διδαχτεί και με το δεύτερο δικαιολογεί την πρακτική της Αθηναϊκής δημοκρατίας να επιτρέπει στον καθένα να εκφέρει τη γνώμη του για τα πολιτικά ζητήματα. Σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, το δικαίωμα να εκφέρουν όλοι άποψη είναι νόμιμο, αφού η αιδώς και η δίκη είναι (δυνάμει) κτήμα όλων. Ο Πρωταγόρας εκφράζει μια αντιτεχνοκρατική αντίληψη για την πολιτική, επιδοκιμάζει το αθηναϊκό πολίτευμα και ιδίως το δικαίωμα ισηγορίας.


[1] Γίγνεται τοίνυν, ἦν δ’ ἐγώ, πόλις, ὡς ἐγᾦμαι, ἐπειδὴ τυγχάνει ἡμῶν ἕκαστος οὐκ αὐτάρκης, ἀλλὰ πολλῶν <ὢν> ἐνδεής· ἢ τίν’ οἴει ἀρχὴν ἄλλην πόλιν οἰκίζειν; [...] Οὕτω δὴ ἄρα παραλαμβάνων ἄλλος ἄλλον, ἐπ’ ἄλλου, τὸν δ’ ἐπ’ ἄλλου χρείᾳ, πολλῶν δεόμενοι, πολλοὺς εἰς μίαν οἴκησιν ἀγείραντες κοινωνούς τε καὶ βοηθούς, ταύτῃ τῇ συνοικίᾳ ἐθέμεθα πόλιν ὄνομα·
[2] Α. Μπαγιόνας, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής ηθικής από τους προσωκρατικούς ως την αρχαία Ακαδημία, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 43-46:
«Νμ» είναι κάθε τι το συμβατικό, που είναι αποτέλεσμα κοινής αποδοχής συνει­δητής έμμεσης. «Νμ» είναι η γλώσσα, οι νομοί, οι ηθικές αξίες και οι λογικές κα­τηγορίες.
«Φύσει» είναι ,τι ανταποκρίνεται προς τις βιολογικές λειτουργίες και ανάγκες του ανθρώπου, ,τι ο άνθρωπος θα υιοθετούσε αυθόρμητα αν δεν δεσμεύονταν από τις κοινωνικές συμβάσεις.
Ορισμένοι από τους σοφιστές και ιδίως ο Πρωταγόρας τονίζουν την υπεροχή της «νμ» κατάστασης σε σχέση με τη «φύσει» κατάσταση. Η «νμ» κατάσταση είναι αποτέλεσμα της πολιτιστικές εξέλιξης που έχει προοδευτικό χαρακτήρα. Ο «νμ» άν­θρωπος, αυτές δηλαδή που έχει διαμορφωθεί από την εξέλιξη του πολιτισμού, υπερτε­ρεί σε σχέση με τον φυσικό άνθρωπο, που ζει συμφωνά με τα νστικτ του.
[3] Αριστοτέλης, Πολιτικά 1252b 27.
[4] Αριστοτέλης, Πολιτικά 1280b 30.
[5] Η συνηθισμένη απόδοση της αρχαίας λέξης «αδς» με τη νεοελληνική λέξη «ντροπή» δεν είναι ικανοποιητική. Κι αν ακόμα τη μεταχειριστούμε, πρέπει να της δώσουμε συν­θετότερη σημασία από τη συνηθισμένη.
 Ας θυμηθούμε ότι σύγχρονοι ανθρωπολόγοι διδάσκουν πως πρέπει να διακρίνουμε «πολιτισμούς ντροπής» από «πολιτισμούς ενοχής».
Παράδειγμα του πρώτου είδους μας δίνει η κοινωνία που περιγράφεται από τον Όμηρο. Το υψηλότερο αγαθό για τον ομηρικό άνθρωπο δεν είναι η απαλλαγή από συναισθήματα ενοχής, που δε φαίνεται καν να τα γνωρίζει, αλλά η απόλαυση της τιμής, του επαίνου και της δημόσιας εκτίμησης. Η ισχυρότερη ηθική δύναμη που γνωρίζει ο ομηρικός άνθρωπος δεν είναι ο φόβος απέναντι στο θεό, αλλά ο σεβασμός απέναντι στη δημόσια γνώμη. Αυτή είναι η «αδς». Ο Έκτορας θα πει «αδομαι Τρας» πάνω στην πιο κρίσιμη ώρα της ζως του και θα πορευτεί με τα μάτια του ανοιχτά στο θάνατο. Οι καταναγκασμοί της κοινωνικής εκτίμησης είναι αφόρητοι σε έναν πολιτισμό «ντροπής». Σε μια τέτοια κοινωνία, καθετί που εκθέτει έναν άντρα στην περιφρόνηση στον περίγελο των συνανθρώπων τού είναι αρκετό για να χάσει το σεβασμό στον εαυτό του και καταλήγει να είναι η μεγαλύτερη τιμωρία. Έτσι, «αδς» θα πρέπει να ερμηνεύεται «σεβασμός ανθρώπου σε άνθρωπο» και «αυτοσεβασμός».
[6] Όλα αυτά μετασχηματίστηκαν βαθμιαία σε αντίστοιχα συναισθήματα ενοχής, φόβου τιμωρίας, αγωνίας για τις ευθύνες, σ' αυτό που λέμε τύψεις της συνείδησης, όταν από την κοινωνία ντροπής, «αδος» καλύτερα, έγινε μετάβαση στην κοινωνία ενοχής. Οι ιδιότητες, οι καταστάσεις αυτής της δεύτερης μας είναι πολύ πιο γνώριμες. Σ' αυτή την ανθρωπολογική διάκριση ανταποκρίνονται οι δυο σοφά διαλεγμένοι όροι του Πρωταγόρα, «αδς» και «δκη», που αυτούσιους τους βρίσκουμε και στον Ησίοδο (Έργα και Ημραι, στ. 190- 201): δκη δ' ν χερσ κα αδς οκ σται.

[7] Γιατί το άτομο μέσα στο σύνολο - από, με και για το σύνολο - χάνει τελικά τη στενή έννοια της ατομικότητας μέσα σαυτή τη multi-subjectivite (=πολύ-υποκειμενικότητα) το υποκειμενικό γίνεται αντικειμενικό και κατά συνέπεια το «μέτρο» δεν έχει το στενό υποκειμενισμό που θέλησε να του δώσει ο Πλάτωνας ή τουλάχιστο δε μένει σαυτόν. Γιατί κάθε φορά που αλλάζει πλαταίνοντας ο άνθρωπος - και αλλάζει συνεχώς κατά τον Πρωταγόρα - το μέτρο αλλάζει μαζί του πλαταίνοντας. Η δημοκρατική οργάνωση διασφαλίζει την ορθή απόφαση, αφού στις διαφορές των σοφών ως τελικό κριτήριο τίθεται το κοινῇ δόξαν, αυτό δηλαδή που θα φανεί καλύτερο στους πολλούς - συνειδητούς όμως - πολίτες. Έτσι, το κράτος γίνεται μια μεγάλη παιδευτική κοινότητα, βασισμένη στην ηθική και τη δικαιοσύνη (αδώς + δίκη), που αποβλέπει με τη συμμετοχή όλων στην ωφέλεια όλων. Με τη νομοθεσία του, που είναι η πιο υψηλή έκφραση της παιδευτικής πράξης, είναι υπεύθυνο για τον πολίτη και αυτός με τη σειρά του υπεύθυνος για τη νομοθεσία. (Κ. Μπαλάσκας, 2, σσ. 360-361).

Δεν υπάρχουν σχόλια: