Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Αριστοτέλης, Πολιτικά: Ενότητα 11, Η πόλη είναι η τελειότερη μορφή κοινωνίας

Στόχοι ενότητας 11:
Να μάθουν οι μαθητές και οι μαθήτριες:
ü     τι είναι η πόλις κατά τον Αριστοτέλη,
ü     η πορεία που ακολουθείται για να οριστεί η έννοια.

Τι είναι πόλις;
Πόλις = κοινωνία πολιτική, ένα είδος κοινότητας, ένα είδος κοινωνικής συμβίωσης.
Η κοινότητα αυτή έχει στόχο να επιτύχει ένα αγαθό, που είναι το ανώτερο από όλα τα αγαθά, αφού η πόλη είναι η τελειότερη μορφή κοινωνίας (κοινωνία<κοινωνῶ: συμμετέχω σε κάτι, παίρνω μέρος σε κάτι μαζί με κάποιον άλλο. Επομένως κοινωνία είναι μια ομάδα ανθρώπων που συνεργάζονται για κάποιο κοινό σκοπό, συμμετέχουν σε κάποιες κοινές δραστηριότητες με ένα γενικότερο στόχο).

Η συλλογιστική πορεία του Αριστοτέλη
ü     Στόχος του Αριστοτέλη είναι να καθορίσει την έννοια πόλις.
ü     Αρχίζοντας από την υπερκείμενη έννοια του προσεχούς γένους (genus proximus) που είναι η κοινωνία προχωρά στην ειδοποιό διαφορά (specifica differentia) της πόλης από τις άλλες κοινωνίες. Αυτή η ειδοποιός διαφορά είναι ότι η πόλις ως κοινωνική συγκρότηση είναι ανώτερη από τις άλλες κοινωνίες γιατί στοχεύει στο ανώτερο από όλα τα αγαθά.
ü     Ο συλλογισμός του είναι παραγωγικός [αναφέρεται στα κοινά και γενικά θέματα και στη συνέχεια περνά στα επιμέρους ζητήματα και εξετάζει επιμέρους περιπτώσεις].
ü     Αναλυτικά ο συλλογισμός του έχει ως εξής:
1.     Κάθε πόλη είναι ένα είδος κοινωνίας (πᾶσαν πόλιν τινά ὁρῶμεν κοινωνία οὖσαν)
2.     Κάθε κοινωνία έχει συγκροτηθεί για να επιτευχθεί ένα αγαθό (πᾶσα κοινωνία ἀγαθοῦ τινός συνεστηκυῖαν)
3.     Άρα όλες οι κοινωνίες συγκροτούνται αποβλέποντας σ’ ένα αγαθό (πᾶσαι [κοινωνῖαι] [...] ἀγαθοῦ τινός στοχάζονται]
4.     Αυτή που είναι ανώτερη από όλες τις κοινωνίες αποβλέπει στο ανώτερο από όλα τα αγαθά.  [μάλιστα [...] καί τοῦ κυριώτατου πάντων ἡ πασῶν κυριωτάτη καί πάσας περιέχουσα τάς ἄλλας]

Σχολιασμός συλλογισμού
Α. πᾶσαν πόλιν τινά ὁρῶμεν κοινωνία οὖσαν
Η χρήση του ρήματος βλέπω επιβεβαιώνει αυτό που ήδη έχει διαπιστωθεί: ο Αριστοτέλης συνηθίζει να αντλεί παραδείγματα από την καθημερινή εμπειρία, από τις εικόνες και τις παραστάσεις της καθημερινής ζωής [Γι’ αυτό χαρακτηρίστηκε εμπειρικός/θετικός και όχι θεωρητικός φιλόσοφος].
ü     Παρατηρώντας τη γύρω του πραγματικότητα αντλεί από αυτήν τα επιχειρήματά.
ü     Τα επιχειρήματα αυτά τα χρησιμοποιεί για να προωθήσει τη σκέψη του και να εξαγάγει τα συμπεράσματά του.
Β. Το τελευταίο επιχείρημα/συμπέρασμα του Αριστοτέλη προϋποθέτει τις εξής κρίσεις:
ü       Ότι κάθε κοινωνία επιδιώκει ένα αγαθό, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.
ü       Οι υποδεέστερες, ατελέστερες κοινωνίες επιδιώκουν ατελέστερα αγαθά και οι ανώτερες ανώτερα αγαθά. Άρα η πασῶν κυριωτάτη θα επιδιώκει το κυριώτατων πάντων. Ο συλλογισμός του Αριστοτέλη γι’ αυτήν την κρίση είναι ο εξής:
1.     Η πόλη/πολιτική κοινωνία ως μορφή κοινωνικής συγκρότησης περιέχει μέσα της όλες τις άλλες μορφές κοινωνίας. Αυτές είναι τα «μόρια» [=τα μέρη που συγκροτούν ένα σύνολο].
2.     Τα μόρια μιας πόλης είναι διάφορες κοινωνίες που η καθεμιά τους έχει ένα επιμέρους συμφέρον. Π.χ. όσοι πολεμούν μαζί επιδιώκουν τον πλούτο, τη νίκη ή την κατάκτηση μιας περιοχής, οι ναυτικοί, οι οποίοι αποτελούν μια άλλη «κοινωνία» επιδιώκουν τον χρηματικό κέρδος κοκ.
3.     Αυτές οι «κοινωνίες» αποτελούν τα μόρια μιας πόλης/πολιτικής κοινωνίας. Η πόλη/πολιτική κοινωνία περιέχει αυτά τα μόρια.
4.     Αυτές οι «κοινωνίες» είναι κατώτερες από τις πόλεις/πολιτικές κοινωνίες γιατί οι στόχοι τους είναι κατώτεροι από το στόχο της πόλης/πολιτικής κοινωνίας. Οι στόχοι τους αφορούν το συμφέρον ενός μέρους ή μιας στιγμής.
Συμπέρασμα: Οι στόχοι της πόλης/πολιτικής κοινωνίας αφορούν το συμφέρον του συνόλου και για όλη του τη ζωή (ἄπαντα τόν βίον).
Γ. Στο συλλογισμό του Αριστοτέλη είναι διάχυτη η τελεολογική αντίληψη ότι κάθε πράγμα στον κόσμο υπάρχει για να εκπληρώνει ένα σκοπό, υπάρχει για να κάνει μια λειτουργία, για την οποία είναι φτιαγμένο. «Η φύση τίποτα δεν κάνει μάταια» (ἡ φύσις οὐδέν ποιεῖ μάτην)[1].
Ο σκοπός για τον οποίο υπάρχει η πόλις είναι η «ευδαιμονία».
Τεκμηρίωση:
1.     Η ευδαιμονία[2] του ανθρώπου είναι το υπέρτατο αγαθό.
2.     Η ευδαιμονία είναι ενέργεια ψυχής, σύμφωνη με τους κανόνες της ηθικής αρετής.
3.     Οι άνθρωποι επιδιώκουν την ευδαιμονία και στην προσωπική τους ζωή (ως άτομα) και στην κοινωνική τους ζωή (συλλογικά). [Δηλαδή οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχισμένοι και προσωπικά (μέσα τους) και σε κοινωνικό επίπεδο (στις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους)].
4.     Για να επιτύχει ο άνθρωπος την ευδαιμονία και ατομικά και στις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπου κάνει τις κατάλληλες πράξεις, τις κατάλληλες ενέργειες.
5.     Οι ενέργειες των ανθρώπων για να κατακτήσουν την ευδαιμονία αποτελούν τις ενέργειες μιας κοινωνίας να κατακτήσει την ευδαιμονία. Ή, με άλλα λόγια, οι ενέργειες μιας κοινωνίας να κατακτήσει την ευδαιμονία εξαρτάται από τις ενέργειες των ατόμων που την αποτελούν να κατακτήσουν την ευδαιμονία σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Δηλαδή με τις πράξεις του ατόμου πετυχαίνεται η ευδαιμονία του και με τις πράξεις των ατόμων πετυχαίνεται η ευδαιμονία της πόλης. Επομένως η επιδίωξη του αγαθού σε ατομικό επίπεδο συνδέεται άμεσα με την επιδίωξη του αγαθού σε συλλογικό επίπεδο, που είναι το επίπεδο της πόλης. Η γενική συμπεριφορά του ατόμου έχει πολιτικό περιεχόμενο = οι πράξεις των ατόμων έχουν αποκλειστικά πολιτικές συνέπειες, συνεπάγονται την ευδαιμονία ή όχι της πόλης.
Άρα: σκοπός μιας πόλης/πολιτικής κοινωνίας είναι η ευδαιμονία των ανθρώπων/πολιτών.


[1] Πρβλ. W. D. Ross, Αριστοτέλης, μετ. Μ. Μητσού, Αθήνα, έκδ.: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας 1991, σ. 335-336: « [Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη] [...] εφόσον κάθε κοινωνία αποσκοπεί σε κάποιο αγαθό, το κράτος, που είναι η υπέρτατη και καθολικότερη μορφή κοινωνίας, πρέπει να αποσκοπεί στο υπέρτατο αγαθό. Η τελολογική αυτή άποψη χαρακτηρίζει ολόκληρο το σύστημα σκέψης του. Το νόημα και ο χαρακτήρας κάθε πράγματος στον κόσμο - είτε έμβιο είναι είτε εργαλείο είτε κοινωνία -πρέπει να αναζητηθεί στο σκοπό της ύπαρξής του.
Στην περίπτωση ενός εργαλείου πρόκειται για το σκοπό που επιθυμεί ο χρήστης του και, σύμφωνα με αυτόν το σκοπό, η μορφή του εργαλείου επιβάλλεται στην ύλη του έξωθεν. Στην περίπτωση ενός έμβιου όντος ή μιας κοινωνίας ο σκοπός είναι ενυπάρχων: για το φυτό είναι η αύξηση και η αναπαραγωγή, για το ζώο η αίσθηση και η όρεξη που επικαλύπτει την ηθική ζωή, για τον άνθρωπο και για την ανθρώπινη κοινωνία ο λόγος και η ηθική δράση που επικαλύπτουν τόσο τη φυτική ζωή όσο και τη ζωική. Η ερμηνεία των όντων δεν πρέπει να αναζητείται στην αρχή της ανάπτυξής τους, αλλά στην τελική μορφή προς την οποία κατατείνει· η φύση τους προκύπτει από τον προορισμό και όχι από την προέλευσή τους».
[2] Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1102 α 5-16.: «Ἐπεὶ δ᾽ ἐστὶν ἡ εὐδαιμονία ψυχῆς ἐνέργειά τις κατ᾽ ἀρετὴν τελείαν, περὶ ἀρετῆς ἐπισκεπτέον ἂν εἴη· τάχα γὰρ οὕτως ἂν βέλτιον καὶ περὶ τῆς εὐδαιμονίας θεωρήσαιμεν. δοκεῖ δὲ καὶ ὁ κατ᾽ ἀλήθειαν πολιτικὸς περὶ ταύτην μάλιστα πεπονῆσθαι· βούλεται γὰρ τοὺς πολίτας ἀγαθοὺς ποιεῖν καὶ τῶν νόμων ὑπηκόους. [...] εἰ δὲ τῆς πολιτικῆς ἐστὶν ἡ σκέψις αὕτη, δῆλον ὅτι γίνοιτ᾽ ἂν ἡ ζήτησις κατὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς προαίρεσιν. περὶ ἀρετῆς δὲ ἐπισκεπτέον ἀνθρωπίνης δῆλον ὅτι· καὶ γὰρ τἀγαθὸν ἀνθρώπινον ἐζητοῦμεν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν ἀνθρωπίνην. ἀρετὴν δὲ λέγομεν ἀνθρωπίνην οὐ τὴν τοῦ σώματος ἀλλὰ τὴν τῆς ψυχῆς· καὶ τὴν εὐδαιμονίαν δὲ ψυχῆς ἐνέργειαν λέγομεν».