Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια: Ενότητα 10, Ο ορισμός της ηθικής αρετής

Στόχοι ενότητας 10:
ü     η πολυμορφία της κακίας σε αντίθεση με την «απλότητα» (πλς) της αρετής, επομένως τη δυσκολία της επίτευξής της σε αντίθεση με την ευκολία της αποτυχίας.
ü     oι βασικές έννοιες για τον ορισμό της αρετής και τον προσδιορισμό της κοινωνικής της διάστασης (μεστης πρς μς, λγος, φρνιμος) και ιδίως στην έννοια της προαιρέσεως.
ü     o ορισμός της αρετής με τη σύνδεση όλων των στοιχείων σε ένα «όλον».

Ἔτι τὸ μὲν ἁμαρτάνειν πολλαχῶς ἔστιν (τὸ γὰρ κακὸν τοῦ ἀπείρου, ὡς οἱ Πυθαγόρειοι εἴκαζον, τὸ δ᾽ ἀγαθὸν τοῦ πεπερασμένου), τὸ δὲ κατορθοῦν μοναχῶς
Ο Αριστοτέλης παρουσιάζει την αντίθεση ανάμεσα στο λάθος (ἁμαρτάνειν) που γίνεται με πολλούς τρόπους (πολλαχῶς) και είναι σχετικό με την υπερβολή και την έλλειψη και στο σωστό (κατορθοῦν) που γίνεται με έναν τρόπο και είναι σχετικό με τη μεσότητα.
1.     Για να αποδείξει αυτή τη θέση ο Αριστοτέλης επικαλείται τη θεωρία των Πυθαγόρειων για τις αντίθετες μεταξύ τους δυνάμεις που κυβερνούν τον κόσμο[1]. Σύμφωνα με τις θεωρίες των Πυθαγόρειων υπάρχουν δέκα (10) αντιθετικά ζεύγη στοιχείων που σχηματίζουν δέκα (10) κατηγορίες (συστοιχῖαι[2]) αντιθετικών δυνάμεων:
πέρας
ἄπειρον
Όλες οι έννοιες που βρίσκονται στην ίδια στήλη είναι σύστοιχες μεταξύ τους, έχουν δηλαδή τις ίδιες ιδιότητες.

περιττόν
ἄρτιον

ἕν
πλῆθος

δεξιόν
ἀριστερόν

ἄρρεν
θῆλυ

ἡρεμοῦν
κινούμενον

εὐθύ
καμπύλον


φῶς
σκότος

ἀγαθόν
κακόν


τετράγωνον
ἑτερόμηκες


2.     Το να κάνουμε λάθος (κακόν) είναι κάτι που μπορεί να γίνει με πολλούς τρόπους (πλῆθος), γιατί το να κάνουμε λάθος ανήκει στο χώρο του αδιαμόρφωτου και του χωρίς όρια (ἄπειρον), δηλαδή οι κακές πράξεις είναι άπειρες και το άπειρο προκαλεί δέος στην ανθρώπινη ψυχή.
Και τα τρία (03) χαρακτηριστικά του λάθους βρίσκονται στην ίδια στήλη των δέκα αρχών των Πυθαγορείων, πράγμα που σημαίνει ότι έχουν «σύστοιχες», δηλαδή όμοιες ιδιότητες.
3.     Αντίστοιχα το να πετύχουμε το στόχο, να πράξουμε το ορθό (αγαθόν) γίνεται μ’ έναν τρόπο (εν) γιατί το να πετύχουμε το στόχο μας βρίσκεται μέσα σε ορισμένα όρια (πέρας).
Το αγαθό, οι καλές/ορθές πράξεις έχουν καθορισμένα όρια, είναι σύμμετρες και τέλειες.
Και τα τρία (03) χαρακτηριστικά του αγαθού βρίσκονται στην ίδια στήλη των δέκα αρχών των Πυθαγορείων και η καθεμιά τους αντίστοιχα σε σχέση αντίθεσης με τα χαρακτηριστικά του λάθους, πράγμα που σημαίνει ότι έχουν «σύστοιχες», δηλαδή όμοιες ιδιότητες.  
4.     Συμπέρασμα: Η υπερβολή και η έλλειψη γίνονται με πολλούς τρόπους και συνδέονται με την κακία. Αντίθετα η μεσότητα γίνεται με έναν τρόπο και συνδέεται με την ηθική αρετή.

Ο αριστοτελικός ορισμός της ηθικής αρετής
1.     Η αρετή είναι ἕξις
2.     Η αρετή είναι ἕξις προαιρετική
3.     Η αρετή βρίσκεται σε σχέση με το μέσον πρὸς ἡμᾶς
4.     Το μέσον καθορίζεται από τον ορθό λόγο, δηλαδή τη λογική
5.     Το μέσον καθορίζεται από τη λογική του φρόνιμου ανθρώπου
6.     Η αρετή βρίσκεται στο μέσον μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως
7.     Η αρετή πετυχαίνει = είναι το δέον, το σωστό.
8.     Οι κακίες είναι τα λάθη που γίνονται όταν το άτομο κινείται είτε προς την πλευρά της υπερβολής είτε προς την πλευρά της έλλειψης.
Α. Το καινούριο στοιχείο που προσθέτει ο Αριστοτέλης είναι το 5 και απαντά στο ερώτημα: «Πώς θα καθορίσει το κάθε υποκείμενο τη δική του μεσότητα; Με ποιο κριτήριο; Θα καθορίσει την υποκειμενική του μεσότητα σύμφωνα με τη δική του κρίση, όποια και αν είναι, και σύμφωνα, κάθε φορά, με το προσωπικό του συμφέρον και τις περιστάσεις;»
1.     Το πρώτο κριτήριο με το οποίο το υποκείμενο θα προσδιορίσει τη υποκειμενική του μεσότητα είναι το πνεύμα της κοινότητας, οι κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης μέσα στα πλαίσια της πόλης κράτους. Αυτό καθιστά την αρετή, όπως τη θεωρεί ο Αριστοτέλης, μια ανθρώπινη (αλλά όχι πανανθρώπινη) ιδιότητα άμεσα συσχετιζόμενη με τον αρχαίο ελληνικό θεσμό της πόλης-κράτους[3].
2.     Το δεύτερο κριτήριο είναι ο ορθός λόγος, η λογική, η ορθή κρίση του μυαλωμένου ανθρώπου (φρόνησις[4]).
3.     Μυαλωμένος άνθρωπος είναι ο έμπειρος στη ζωή, ο υπεύθυνα σκεπτόμενος. Είναι αυτός που έχει κατακτήσει εμπειρία ζωής και πρακτική σοφίας για να κρίνει ορθά τα δεδομένα και να κάνει τις εκτιμήσεις του.
Μυαλωμένος είναι αυτός που μέσα από τις εμπειρίες του και τις γνώσεις του μπορεί να κρίνει τα δεδομένα όχι μονοδιάστατα (π.χ. αν συντελούν μόνο στη σωματική υγεία ή στη σωματική δύναμη), αλλά πολυδιάστατα και ολιστικά, προχωρώντας σε συσχετισμούς, εκτιμήσεις και υπολογίζοντας όλες τις δυνατές εμπλεκόμενες παραμέτρους που μπορεί να συγκλίνουν, επηρεάζουν ή διαμορφώνουν τις εκτιμήσεις του[5].
4.     Με την προσθήκη αυτής της εκτίμησης σχετικά με το πώς καθορίζεται η υποκειμενική μεσότητα ο Αριστοτέλης επιχειρεί να αντικειμενικοποιήσει ως ένα βαθμό τον υποκειμενισμό που διέπει (σε αρκετά μεγάλο βαθμό) την ίδια την έννοια της μεσότητας πρὸς ἡμᾶς και μπορεί να οδηγήσει στην αυθαιρεσία και στην εύκολη λύση του συμβιβασμού.
Θέλει να περιορίσει την εντύπωση πως το κάθε επιμέρους άτομο, ορίζοντας με ένα δικό του τρόπο το μέσον ορίζει με ένα απολύτως δικό του τρόπο την αρετή. Έτσι όμως δημιουργείται η εντύπωση πως δεν υπάρχει ένας κοινός κανόνας για τον καθορισμό της αρετής κα του περιεχομένου αυτού που αποκαλούμε «ανθρώπινη αρετή».
Β. Μεσότητα ανάμεσα σε δύο κακίες
Πολλοί μπορούν να εκλάβουν την έννοια της μεσότητας ως το «μέσο όρο» ανάμεσα σε δύο κακίες, ως τη μέση οδό, την ασφαλή μεσαία λύση, τη συμβιβαστική ή ουδέτερη θέση ανάμεσα σε δύο κακίες.
1.     Για να προλάβει ο Αριστοτέλης κάτι τέτοιο δηλώνει: μεσότης δὲ δύο κακιῶν, τῆς μὲν καθ᾽ ὑπερβολὴν τῆς δὲ κατ᾽ ἔλλειψιν· καὶ ἔτι τῷ τὰς μὲν ἐλλείπειν τὰς δ᾽ ὑπερβάλλειν τοῦ δέοντος ἔν τε τοῖς πάθεσι καὶ ἐν ταῖς πράξεσι, τὴν δ᾽ ἀρετὴν τὸ μέσον καὶ εὑρίσκειν καὶ αἱρεῖσθαι. διὸ κατὰ μὲν τὴν οὐσίαν καὶ τὸν λόγον τὸν τὸ τί ἦν εἶναι λέγοντα μεσότης ἐστὶν ἡ ἀρετή, κατὰ δὲ τὸ ἄριστον καὶ τὸ εὖ ἀκρότης [=Είναι μεσότητα μεταξύ δύο κακιών, που η μια βρίσκεται από τη μια πλευρά της υπερβολής και η άλλη από την πλευρά της έλλειψης·  και ακόμα με το νόημα ότι ορισμένες κακίες παρουσιάζονται ελλιπείς και άλλες υπερβολικές σε σχέση με αυτό που πρέπει, είτε στα «πάθη» είτε στις πράξεις, ενώ η αρετή βρίσκει και επιλέγει το μέσον].
Η αρετή είναι μεσότητα όταν την εξετάζουμε ως προς την ουσία και τον ορισμό της [οντολογική προσέγγιση της αρετής].
Όταν την εξετάζουμε αξιολογικά [αξιολογική προσέγγιση της αρετής] είναι μια ακρότητα, είναι το έσχατο σημείο, είναι αντίθεση προς το κακό. Γι’ αυτό και θα την αναζητήσουμε στο χώρο του πεπερασμένου, του αγαθού και όχι στο χώρο του απείρου, του κακού.
 


[1] Κεντρικό στοιχείο της διδασκαλίας των Πυθαγόρειων ήταν η πίστη τους στα ἐνάντια, η πίστη τους πώς απέναντι από κάθε αρχή που έχει τη δύναμη να επιβληθεί υπάρχει μια άλλη που υποτάσσεται. Η τάξη, η αρμονία που διέπει τον κόσμο είναι το αποτέλεσμα της μοναρχίας, της επικράτησης και επιβολής του ενός από τα ἐναντία.
[2] Αυτή η θεώρηση των Πυθαγόρειων δεν είναι παρά η δική τους πίστη, έχει σχέσεις με ευρύτερες παραδόσεις δυισμού και δεν είναι σήμερα επιστημονικά αποδεκτή. Παρ’ όλα αυτά η αντίληψη αντίθετων δυνάμεων, που σχετίζονται με το καλό και το κακό αντίστοιχα,  ήταν ευρέως διαδεδομένη (π.χ. δεξί χέρι: το καλό χέρι, αριστερό χέρι: το «κακό» χέρι). Ένας νεότερος μελετητής, ο Gaston Bachelard, που μελέτησε τη διαμόρφωση του επιστημονικού πνεύματος, έφτασε στη διαπίστωση πως η σκέψη είχε να υπερπηδήσει ένα πλήθος από επιστημολογικά εμπόδια, ώσπου να γίνει επιστημονική, εμπόδια που εισχώρησαν στη γνωστική ικανότητα του ανθρώπου, δέθηκαν σχεδόν αξεδιάλυτα με αυτήν και έκαναν έτσι αφάνταστα δύσκολο το δρόμο προς την αντικειμενική επιστήμη.
[3] Δεν προχωρά σε μια συγκριτική μελέτη άλλων κοινωνικών πολιτισμών ή κρατικών μορφωμάτων και συσσωματώσεων.
[4] «Στον Αριστοτέλη η φρόνηση αποτελεί θεμελιώδη έννοια της ηθικής και της πολιτικής φιλοσοφίας του. Παραμένει όμως, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, μια έννοια δυσερμήνευτη [...] εναρμονίζει μέσα της στοιχεία αντίθετα. Και όπως η έννοια του δυνάμει όντος γεφυρώνει το είναι και το γίγνεσθαι, έτσι και η φρόνηση συνδυάζει το νοητό [...] μα και το αισθητό στοιχείο. Η φρόνηση ενέχει τον ορθό λόγο, είναι όμως ταυτόχρονα και αίσθηση. Είναι βέβαια μία έξη, μια κάποια δηλαδή προδιάθεση της ψυχής, αλλά ακολουθεί τον ορθό λόγο [...] επιτρέπει να διακρίνουμε το καλό από το κακό και η έκφραση «να διακρίνουμε» -δηλαδή να ιδούμε - νοείται στην κυριολεξία. Η φρνηση δεν εναι σοφα, δεν εναι επιστμη οτε τχνη «εναι μα ξη που ενχει τον ορθ λγο και που οδηγε στην αλθεια σε ,τι αφορ το καλ και το κακ για τον νθρωπο», (ξιν ληθ μετ λγου πρακτικν περ τ νθρπ γαθ κα κακ, ΗΝ 1140 b 5-6)».
Τερζα Βαλαλ-Πεντζοπολου (1992), σ. 105 -107
[5] «Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η ηθική αρετή είναι «ἕξις» ή ικανότητα της «προαιρέσεως», που προέκυψε από την κατάλληλη πρακτική, πείρα και παιδεία, να διαλέγει ο «προαιρούμενος» το «μέσον», «τò πρὸς ἡμᾶς». Κριτήριο της ορθής εκλογής είναι η γνώμη του «φρονίμου». Γιαυτό και η ηθική αρετή, κατά το μέτρο που συνδέεται με την «προαίρεσιν», ορίζεται ως ικανότης του «τò μέσον καὶ εὑρίσκειν καὶ αἱρεῖσθαι». Το «μέσον» καθορίζεται από τον τρόπο, από τον χρόνο και τον «καιρό», και αποτελεί τον σκοπό της ηθικά αξιέπαινης πράξης. Το «μέσον» θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι το αγαθό ως προς την κατηγορία του χρόνου, ειδικότερα του «καιροῦ», και ως προς την κατηγορία του «πρóς τι». …Κατά το μέτρο που ο φρόνιμος έχει την ικανότητα να βουλεύεται ορθά και να διακρίνει το αγαθό ανάλογα με τη χρονική στιγμή και τις περιστάσεις, είναι δυνατόν να λεχθεί ότι ο φρόνιμος έχει την ικανότητα να ορίζει το μέσον και να το διακρίνει από την «ὑπερβολήν» και την «ἔλλειψιν». Η γνώμη του φρονίμου αποτελεί «ὅρον» για τον προσδιορισμό του «μέσου». Εφόσον γνωρίζει όχι μόνον το «καθόλου» αλλά και το καθέκαστον στο οποίο αναφέρεται η «πρᾶξις».
Α. Μπαγιόνας, (1994), σ.307 - 308