Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Αριστοτέλης, Πολιτικά: Ενότητα 17, Τα ορθά πολιτεύματα και οι παρεκκλίσεις από αυτά

Στόχοι ενότητας 17:
Να μάθουν οι μαθητές και οι μαθήτριες ότι:
ü     τα κριτήρια διάκρισης των πολιτευμάτων και τα είδη των πολιτευμάτων που προκύπτουν από την υιοθέτηση των συγκεκριμένων κριτηρίων,
ü     η αξιολόγηση του κριτηρίου με το οποίο ο Αριστοτέλης διαχωρίζει τα πολιτεύματα σε «ορθά» και σε «παρεκκλίσεις, διαστρεβλώσεις»,
ü     οι έννοιες «πολίτης», «πολιτεία» και η διάκριση της «δημοκρατίας» από την «πολιτεία».

Σύνδεση ενότητας 16 και 17
Ανάμεσα στις δύο αυτές ενότητες ο Αριστοτέλης αναφέρθηκε:
1.     Στο περιεχόμενο της έννοιας πολίτης
2.     Στις αρετές που πρέπει να έχει ο πολίτης ως άρχοντας και ως αρχόμενος
3.     Στο περιεχόμενο της έννοιας πολιτεία.

Τα κριτήρια για τη διάκριση των πολιτευμάτων
Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί δύο (02) κριτήρια για να διακρίνει και να κατατάξει σε κατηγορίες τα πολιτεύματα:
1.     Ο αριθμός αυτών που ασκούν την εξουσία (ένας, λίγοι ή το πλήθος). Πρόκειται για ένα κριτήριο μορφής και, επομένως, όχι το σημαντικότερο (;).
Στην πρώτη διάκριση των πολιτευμάτων με κριτήριο τον αριθμό αυτών που ασκούν την εξουσία ο Αριστοτέλης ακολουθεί την παράδοση. Για παράδειγμα αναφέρουμε τον Ηρόδοτο, ο οποίος στην Ιστορία τους μίλησε και αυτός για τις διαφορές της τυραννίδας[1], της δημοκρατίας και της μοναρχίας).
2.     Ο σκοπός για τον οποίο ασκούν την εξουσία οι φορείς της.

Ορθά πολιτεύματα θεωρούνται εκείνα στα οποία η εξουσία ασκείται από τους φορείς της με στόχο την εξυπηρέτηση του κοινού συμφέροντος.
Παρεκκλίσεις και διαστρεβλώσεις θεωρούνται εκείνα τα πολιτεύματα στα οποία οι φορείς της εξουσίας ασκούν την εξουσία με στόχο το ιδιαίτερο συμφέρον είτε του ενός είτε των λίγων είτε των πολλών[2]. Δηλαδή η ομάδα που ασκεί την εξουσία αποβλέπει στην ικανοποίηση του ιδιαίτερου συμφέροντος αυτής και όχι του συνόλου.

Σχολιασμός των κριτηρίων: Το πρώτο κριτήριο είναι ποσοτικό. Το δεύτερο κριτήριο διαμορφώνεται με βάση τη νοητική κατασκευή: ένας [μονάρχης] – πλούσιοι– φτωχοί. Δηλαδή στη θέση του αριθμητικού κριτηρίου εισέρχεται η έννοια της κοινωνικής ομάδας και της οικονομικής θέσης αυτής. Παρόλα αυτά μπορεί να πει κανείς ότι και σ’ αυτήν την περίπτωση έχουμε λανθάνουσα και πάλι μια αριθμητική παράμετρο: ένας – πλούσιοι/λίγοι – φτωχοί/πολλοί.

Τα ορθά πολιτεύματα και οι παρεκκλίσεις

Είδος πολιτεύματος
Κυβερνούν
Σκοπός
Αξιολόγηση
Βασιλεία (μοναρχία)
Ένας
Το κοινό συμφέρον
Ορθό
Τυραννίδα
Ένας
Το προσωπικό συμφέρον
Παρέκκλιση
Αριστοκρατία
Λίγοι
Το κοινό συμφέρον
Ορθό
Ολιγαρχία
Λίγοι
Το συμφέρον των λίγων
Παρέκκλιση
Πολιτεία
Λαός
Το κοινό συμφέρον
Ορθό
Δημοκρατία
Λαός
Το συμφέρον των απόρων
Παρέκκλιση

Σχολιασμός πίνακα:
ü     Κάθε ανθρώπινη κοινωνία έχει στόχο να φτάσει στην τελείωση, την ολοκλήρωση.
ü     Η πόλη είναι η πιο σημαντική μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Γι’ αυτό και η πόλη έχει σκοπό και επιδιώκει να κατακτήσει το ανώτερο από όλα τα αγαθά.
ü     Αυτό το αγαθό είναι η ευδαιμονία και πετυχαίνετε όταν η πόλη φτάσει στην ύψιστη αυτάρκεια.
ü     Η πιο σημαντική παράμετρος για να επιτευχθούν όλα αυτά είναι η σωστή λειτουργία του μηχανισμού διακυβέρνησης και διοίκησης της πόλης.
ü     Στην ευδαιμονία της πόλης δε συμβάλλει με τον ίδιο τρόπο το κάθε σύστημα διακυβέρνησης. Υπάρχουν συστήματα που επιτυγχάνουν την ευδαιμονία και συστήματα που οδηγούν στα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.
ü     Ορθά είναι τα πολιτεύματα που εξασφαλίζουν το συμφέρον του συνόλου των πολιτών. παρεκκλίσεις είναι τα πολιτεύματα που φροντίζουν για τα συμφέροντα μιας ομάδας πολιτών, η οποία και ελέγχει την εξουσία.
ü     Η τυραννίδα, η ολιγαρχία και η δημοκρατία αποτελούν σύμφωνα με τον Αριστοτέλη παρεκκλίσεις από το ορθό πολίτευμα γιατί σε κάθε περίπτωση η ομάδα που ασκεί την εξουσία φροντίζει για τα συμφέροντά της και μόνο γι’ αυτά και όχι για τα συμφέροντα όλων των κοινωνικών ομάδων, όλου του κοινωνικού συνόλου.
Πιο αναλυτικά [και με βάση όσα αναφέρει ο Αριστοτέλης παρακάτω, σε άλλες ενότητες των Πολιτικών του]:
1.     Ο τύραννος είναι σφετεριστής της εξουσίας, δεσποτικός, βίαιος, άδικος. Φροντίζει μόνο για τα συμφέροντά του και για την παραμονή του με κάθε θεμιτό, αλλά κυρίως αθέμιτο, τρόπο στην εξουσία, ώστε να μεγιστοποιήσει τα προσωπικά οφέλη από αυτήν[3].
2.     Στην ολιγαρχία οι λίγοι πλούσιοι που κυβερνούν τείνουν προς την αυθάδεια που τους κάνει δεσποτικούς.
3.     Στη δημοκρατία[4] οι φτωχοί τείνουν προς την πονηριά, προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντά τους.

Τύραννος – Η σημασία της λέξης
1.     Ο βασιλιάς, ο απόλυτος μονάρχης, που κυβερνάει με βάση η θέλησή του.
Παραδείγματα:
ü       Οἰδίπους τύραννος
ü       Αισχύλος, Προμηθεύς Δεσμώτης, στ. 736: ὁ τῶν θεῶν τύραννος [=ὁ Ζεύς]
ü       Ηρόδοτος 1.6: Κροῖσος ἦν Λυδὸς μὲν γένος, παῖς δὲ Ἀλυάττεω, τύραννος δὲ ἐθνέων τῶν ἐντός Ἅλυος ποταμοῦ
2.     Ένας απόλυτος άρχοντας, που σφετερίστηκε την εξουσία και κυβερνάει βίαια, με βάση τη θέλησή του και δε δεσμεύεται από κανένα νόμο ή κατασταστικό χάρτη. Αυτή τη σημασία αρχίζει να την αποκτά στα τέλη του 7ου –αρχές του 6ου αιώνα π.Χ., μια εποχή στην οποία εμφανίζεται η τυραννία ως μορφή εξουσίας.
Παραδείγματα:
ü     Ηρόδοτος 3.80: καίτοι ἄνδρα γε τύραννον ἄφθονον ἔδει εἶναι, ἔχοντά γε πάντα τὰ ἀγαθά. τὸ δὲ ὑπεναντίον τούτου ἐς τοὺς πολιήτας πέφυκε· φθονέει γὰρ τοῖσι ἀρίστοισι περιεοῦσί τε καὶ ζώουσι, χαίρει δὲ τοῖσι κακίστοισι τῶν ἀστῶν, διαβολὰς δὲ ἄριστος ἐνδέκεσθαι. ἀναρμοστότατον δὲ πάντων·
ü     Σοφοκλής, Αντιγόνη 506-507: ἀλλ᾽ ἡ τυραννὶς πολλά τ᾽ ἄλλ᾽ εὐδαιμονεῖ / κἄξεστιν αὐτῇ δρᾶν λέγειν θ᾽ ἃ βούλεται.
3.     Ο δεσποτικός άνθρωπος, ο βίαιος, αυτός που επιβάλλεται με την εξουσία που έχει.
Παραδείγματα:
ü     Θουκυδίδης 1.124: καὶ τὴν καθεστηκυῖαν ἐν τῇ Ἑλλάδι πόλιν τύραννον ἡγησάμενοι ἐπὶ πᾶσιν ὁμοίως καθεστάναι, ὥστε τῶν μὲν ἤδη ἄρχειν, τῶν δὲ διανοεῖσθαι, παραστησώμεθα ἐπελθόντες, καὶ αὐτοί τε ἀκινδύνως τὸ λοιπὸν οἰκῶμεν καὶ τοὺς νῦν δεδουλωμένους Ἕλληνας ἐλευθερώσωμεν.

Ποιο είναι το ιδανικό πολίτευμα για τον Αριστοτέλη;
1.     Το πολίτευμα [η πολιτεία], δηλαδή το καλύτερο σύστημα διακυβέρνησης, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι η μοναρχία που στην οποία ο μονάρχης είναι μια εξαιρετική προσωπικότητα, ένα πρόσωπο που εξέχει όλων των υπολοίπων σε αρετή και φρόνηση. Αυτός ο βασιλιάς έλαβε τέτοια παιδεία και μόρφωση που υπερέχει σε αρετή.
2.     Εφόσον ένας τέτοιος μονάρχης δεν υπάρχει, αμέσως επόμενη λύση είναι η αριστοκρατία στην οποία κυβερνούν οι ενάρετοι και οι σοφοί άνθρωποι. Οι ἄριστοι, σύμφωνα, με τον Αριστοτέλη, ορίζονται με βάση την παιδεία τους, τη μόρφωση που έχουν, η οποία είναι σύμφωνη με το νόμο. Από αυτή την υπεροχή τους απορρέει και το γεγονός ότι ξεπερνούν σε αρετή και τους άλλους πολίτες και αποβλέπουν στο κοινό καλό. \
3.     Η πολιτεία. Ο όρος χρησιμοποιείται από τους ρήτορες, αλλά και από άλλους συγγραφείς του 4ου π.Χ. αιώνα, για να δηλωθούν τα μη μοναρχικά πολιτεύματα και μια θετική μορφή της δημοκρατίας (εκτροπή από αυτό το πολίτευμα θεωρείτο η εκδοχή της δημοκρατίας που απέβλεπε στη μονομερή εξυπηρέτηση των συμφερόντων των απόρων). Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η πολιτεία είναι ένα αποδεκτό πολίτευμα [ελλείψει των δύο άλλων προηγουμένων], αφού πρόκειται για ένα πολίτευμα – μεσότητα στο οποίο κυβερνούν οι πολίτες από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα που τους χαρακτηρίζει και τους διακρίνει μια μεσαία οικονομική κατάσταση[5]. Πρόκειται για ανθρώπους υποτάσσονται εύκολα στη λογική.
Όμως ο τρόπος που διατυπώνει την άποψη αυτή ο Αριστοτέλης μας επιτρέπει να εγείρουμε επιφυλάξεις κατά πόσο συμφωνεί με αυτήν. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τις φράσεις καλεῖν δ’ εἰώθαμεν [= συνηθίζουμε λοιπόν να ονομάζουμε], καλεῖται [ενν. ὑπό τῶν ἄλλων] τό κοινόν ὄνομα [= καλείται/ονομάζεται (από τους άλλους) με το κοινό όνομα – δεν ονομάζεται, ούτε ονομάζουμε].
Από αυτές τις εκφράσεις βάσιμα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο Αριστοτέλης δε συμμεριζόταν την άποψη ότι η πολιτεία είναι το καλύτερο πολίτευμα.


Επίμετρο Ενότητας 17 – Συμπληρωματική σημείωση για τις διαφορές των πολιτευμάτων στον Ηρόδοτο, 3.80-82:

κῶς δ᾽ ἂν εἴη χρῆμα κατηρτημένον μουναρχίη, τῇ ἔξεστι ἀνευθύνῳ ποιέειν τὰ βούλεται; καὶ γὰρ ἂν τὸν ἄριστον ἀνδρῶν πάντων στάντα ἐς ταύτην ἐκτὸς τῶν ἐωθότων νοημάτων στήσειε. ἐγγίνεται μὲν γάρ οἱ ὕβρις ὑπὸ τῶν παρεόντων ἀγαθῶν, φθόνος δὲ ἀρχῆθεν ἐμφύεται ἀνθρώπῳ. δύο δ᾽ ἔχων ταῦτα ἔχει πᾶσαν κακότητα· τὰ μὲν γὰρ ὕβρι κεκορημένος ἔρδει πολλὰ καὶ ἀτάσθαλα, τὰ δὲ φθόνῳ. καίτοι ἄνδρα γε τύραννον ἄφθονον ἔδει εἶναι, ἔχοντά γε πάντα τὰ ἀγαθά. τὸ δὲ ὑπεναντίον τούτου ἐς τοὺς πολιήτας πέφυκε· φθονέει γὰρ τοῖσι ἀρίστοισι περιεοῦσί τε καὶ ζώουσι, χαίρει δὲ τοῖσι κακίστοισι τῶν ἀστῶν, διαβολὰς δὲ ἄριστος ἐνδέκεσθαι. ἀναρμοστότατον δὲ πάντων· ἤν τε γὰρ αὐτὸν μετρίως θωμάζῃς, ἄχθεται ὅτι οὐ κάρτα θεραπεύεται, ἤν τε θεραπεύῃ τις κάρτα, ἄχθεται ἅτε θωπί. τὰ δὲ δὴ μέγιστα ἔρχομαι ἐρέων· νόμαιά τε κινέει πάτρια καὶ βιᾶται γυναῖκας κτείνει τε ἀκρίτους.
Πώς μπορεί να είναι νοικοκυρεμένο πράγμα η μοναρχία, όταν έχει το δικαίωμα ο ένας να κάνει ό,τι θέλει, ανεύθυνα; Ασφαλώς και ο πιο ενάρετος του κόσμου, όταν ανεβεί σ’ αυτό το αξίωμα αλλάζει, αλλάζει εντελώς τη συνήθη του νοοτροπία. Από τα αγαθά δηλαδή που έχει στη διάθεσή του γεννιέται μέσα του η αυθάδεια, ενώ το φθόνο τον βάζει η φύση αμέσως εξαρχής μέσα στον άνθρωπο. Και όταν έχει αυτά τα δύο, έχει όλα τα κακά. Πολλές δηλαδή και κακές πράξεις του τις κάνει από αυθάδεια, επειδή όλα τα έχει άφθονα, και άλλες τις κάνει από φθόνο. Εντούτοις ο τύραννος τουλάχιστον δεν έπρεπε να είναι φθονερός, μια που έχει όλα βέβαια τα αγαθά και όμως τουναντίον έχει εχθρικά αισθήματα προς τους πολίτες φθονεί δηλαδή τους άριστους, διότι υπάρχουν και είναι στη ζωή και του αρέσουν οι πιο πρόστυχοι πολίτες και είναι μοναδικός να πιστεύει τις συκοφαντίες. Και το πιο ανοικονόμητο από όλα είναι τούτο αν δηλαδή τον θαυμάζεις μέτρια, δυσαρεστείται, διότι δεν τον περιποιείσαι πάρα πολύ αν πάλι τον περιποιείσαι πάρα πολύ, δυσαρεστείται γιατί σε παίρνει για κόλακα. Εκείνα, όμως, που είναι ασφαλώς πιο σοβαρά, είναι αυτά που θα αναφέρω μεταβάλλει τους πατροπαράδοτους νόμους, βιάζει γυναίκες και θανατώνει ανθρώπους, χωρίς να τους δικάσει
πλῆθος δὲ ἄρχον πρῶτα μὲν οὔνομα πάντων κάλλιστον ἔχει, ἰσονομίην, δεύτερα δὲ τούτων τῶν ὁ μούναρχος ποιέει οὐδέν· πάλῳ μὲν ἀρχὰς ἄρχει, ὑπεύθυνον δὲ ἀρχὴν ἔχει, βουλεύματα δὲ πάντα ἐς τὸ κοινὸν ἀναφέρει. τίθεμαι ὦν γνώμην μετέντας ἡμέας μουναρχίην τὸ πλῆθος ἀέξειν· ἐν γὰρ τῷ πολλῷ ἔνι τὰ πάντα. Ὀτάνης μὲν δὴ ταύτην γνώμην ἐσέφερε· Μεγάβυζος δὲ ὀλιγαρχίῃ ἐκέλευε ἐπιτρέπειν, λέγων τάδε. “τὰ μὲν Ὀτάνης εἶπε τυραννίδα παύων, λελέχθω κἀμοὶ ταῦτα, τὰ δ᾽ ἐς τὸ πλῆθος ἄνωγε φέρειν τὸ κράτος, γνώμης τῆς ἀρίστης ἡμάρτηκε· ὁμίλου γὰρ ἀχρηίου οὐδέν ἐστι ἀξυνετώτερον οὐδὲ ὑβριστότερον. καίτοι τυράννου ὕβριν φεύγοντας ἄνδρας ἐς δήμου ἀκολάστου ὕβριν πεσεῖν ἐστὶ οὐδαμῶς ἀνασχετόν. ὃ μὲν γὰρ εἴ τι ποιέει, γινώσκων ποιέει, τῷ δὲ οὐδὲ γινώσκειν ἔνι· κῶς γὰρ ἂν γινώσκοι ὃς οὔτ᾽ ἐδιδάχθη οὔτε εἶδε καλὸν οὐδὲν οἰκήιον, ὠθέει τε ἐμπεσὼν τὰ πρήγματα ἄνευ νόου, χειμάρρῳ ποταμῷ εἴκελος; δήμῳ μέν νυν, οἳ Πέρσῃσι κακὸν νοέουσι, οὗτοι χράσθων, ἡμεῖς δὲ ἀνδρῶν τῶν ἀρίστων ἐπιλέξαντες ὁμιλίην τούτοισι περιθέωμεν τὸ κράτος· ἐν γὰρ δὴ τούτοισι καὶ αὐτοὶ ἐνεσόμεθα· ἀρίστων δὲ ἀνδρῶν οἰκὸς ἄριστα βουλεύματα γίνεσθαι»
Όταν όμως διευθύνει ο λαός, πρώτη η διοίκηση αυτή έχει το ωραιότατο όνομα από όλα, ισονομία· δεύτερον δεν κάνει τίποτε από όσα κάνει ο μονάρχης, διότι τα αξιώματα δίνονται με τον κλήρο έπειτα οι άρχοντες δίνουν ευθύνες και όλοι έχουν το δικαίωμα να πουν τη γνώμη τους. Για τούτο λοιπόν προτείνω τη γνώμη να αφήσουμε κατά μέρος τη μοναρχία και να δώσουμε την εξουσία στο λαό. Διότι το παν απορρέει από τους πολλούς. Ο Μεγάβυζος όμως συμβούλευε να αναθέσουν τη διοίκηση στους λίγους με τούτα τα επιχειρήματα: «Όσα είπε ο Οτάνης για την κατάργηση της τυραννίας θεωρήσατε ότι τα έχω πει και εγώ· όσα όμως συνέστησε προτείνων να δώσουμε την αρχή στο λαό, δε μου φαίνεται ότι είναι η καλύτερη συμβουλή διότι δεν υπάρχει πιο επιπόλαιο και πιο αδιάντροπο πράγμα από το άχρηστο πλήθος. Και όμως δεν υποφέρεται, άνθρωποι που ζητούν να γλυτώσουν από την αυθάδεια των τυράννων να πέσουν στη αυθάδεια ακόλαστου όχλου. Διότι ο μεν τύραννος, ό,τι κάνει, το κάνει με επίγνωση, ενώ ο όχλος ούτε ξέρει τι κάνει […] πράγματι πώς μπορεί να ξέρει, αφού ούτε έμαθε ούτε είδε στο σπίτι του κανένα καλό ή πρέπον και ρίχνεται μέσα στις κρατικές υποθέσεις και φέρνει φοβερή σύγχυση όμοιος με χείμαρρο που κατεβάζει. Ας έχουν λοιπόν δημοκρατία όσοι δε θέλουν το καλό της Περσίας εμείς όμως ας κάνουμε επιλογή ενός ομίλου από τους άριστους και σ’ αυτούς ας αναθέσουμε την εξουσία διότι ανάμεσα βέβαια σ’ αυτούς θα είμαστε και εμείς, είναι δε επόμενο αρίστων αντρών άριστες να είναι και οι αποφάσεις.
Μεγάβυζος μὲν δὴ ταύτην γνώμην ἐσέφερε· τρίτος δὲ Δαρεῖος ἀπεδείκνυτο γνώμην, λέγων “ἐμοὶ δὲ τὰ μὲν εἶπε Μεγάβυζος ἐς τὸ πλῆθος ἔχοντα δοκέει ὀρθῶς λέξαι, τὰ δὲ ἐς ὀλιγαρχίην οὐκ ὀρθῶς. τριῶν γὰρ προκειμένων καὶ πάντων τῷ λόγῳ ἀρίστων ἐόντων, δήμου τε ἀρίστου καὶ ὀλιγαρχίης καὶ μουνάρχου, πολλῷ τοῦτο προέχειν λέγω. ἀνδρὸς γὰρ ἑνὸς τοῦ ἀρίστου οὐδὲν ἄμεινον ἂν φανείη· γνώμῃ γὰρ τοιαύτῃ χρεώμενος ἐπιτροπεύοι ἂν ἀμωμήτως τοῦ πλήθεος, σιγῷτό τε ἂν βουλεύματα ἐπὶ δυσμενέας ἄνδρας οὕτω μάλιστα. ἐν δὲ ὀλιγαρχίῃ πολλοῖσι ἀρετὴν ἐπασκέουσι ἐς τὸ κοινὸν ἔχθεα ἴδια ἰσχυρὰ φιλέει ἐγγίνεσθαι· αὐτὸς γὰρ ἕκαστος βουλόμενος κορυφαῖος εἶναι γνώμῃσί τε νικᾶν ἐς ἔχθεα μεγάλα ἀλλήλοισι ἀπικνέονται, ἐξ ὧν στάσιες ἐγγίνονται, ἐκ δὲ τῶν στασίων φόνος· ἐκ δὲ τοῦ φόνου ἀπέβη ἐς μουναρχίην, καὶ ἐν τούτῳ διέδεξε ὅσῳ ἐστὶ τοῦτο ἄριστον. δήμου τε αὖ ἄρχοντος ἀδύνατα μὴ οὐ κακότητα ἐγγίνεσθαι· κακότητος τοίνυν ἐγγινομένης ἐς τὰ κοινὰ ἔχθεα μὲν οὐκ ἐγγίνεται τοῖσι κακοῖσι, φιλίαι δὲ ἰσχυραί· οἱ γὰρ κακοῦντες τὰ κοινὰ συγκύψαντες ποιεῦσι. τοῦτο δὲ τοιοῦτο γίνεται ἐς ὃ ἂν προστάς τις τοῦ δήμου τοὺς τοιούτους παύσῃ. ἐκ δὲ αὐτῶν θωμάζεται οὗτος δὴ ὑπὸ τοῦ δήμου, θωμαζόμενος δὲ ἀν᾽ ὦν ἐφάνη μούναρχος ἐών, καὶ ἐν τούτῳ δηλοῖ καὶ οὗτος ὡς ἡ μουναρχίη κράτιστον. ἑνὶ δὲ ἔπεϊ πάντα συλλαβόντα εἰπεῖν, κόθεν ἡμῖν ἡ ἐλευθερίη ἐγένετο καὶ τεῦ δόντος; κότερα παρὰ τοῦ δήμου ἢ ὀλιγαρχίης ἢ μουνάρχου; ἔχω τοίνυν γνώμην ἡμέας ἐλευθερωθέντας διὰ ἕνα ἄνδρα τὸ τοιοῦτο περιστέλλειν, χωρίς τε τούτου πατρίους νόμους μὴ λύειν ἔχοντας εὖ· οὐ γὰρ ἄμεινον
Ο Μεγάβυζος λοιπόν αυτή τη γνώμη εξέφερε, τρίτος δε είπε την γνώμη του ο Δαρείος με τα εξής λόγια:  Εγώ νομίζω ότι όσα είπε ο Μεγάβυζος εν σχέσει με το δήμο ορθά τα είπε, δεν τα είπε όμως ορθά τα περί ολιγαρχίας. Υπάρχουν δηλαδή απέναντί μας τρία είδη πολιτευμάτων, και αν υποτεθεί ότι όλα είναι άριστα, δηλαδή δημοκρατία άριστη και ολιγαρχία και μοναρχία άριστη. Λέω ότι η τελευταία είναι κατά πολύ ανώτερη και τούτο γιατί τίποτε δεν μπορεί καλύτερα από την αρχή ενός άριστου άντρα. Πρώτον διότι με την άριστη του φρόνηση μπορεί να κυβερνά ωραία το πλήθος και καταυτόν τον τρόπο κυρίως μπορούν να μένουν μυστικά τα σχέδια ενάντια στον εχθρό. Ενώ στην ολιγαρχία, όταν πολλοί προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για το κοινό καλό, συνήθως γεννιούνται μίση προσωπικά. Ο καθένας δηλαδή θέλει να είναι κορυφαίος και να επικρατεί η γνώμη του και έτσι δημιουργούνται μεταξύ τους μεγάλες έχθρες και απαυτές προέρχονται στάσεις, από τις στάσεις φόνοι, και από τους φόνους καταντούν στη μοναρχία, και με τούτο αποδεικνύεται πόσον ανώτερη είναι η μοναρχία. Όταν πάλι κυβερνά ο δήμος, αδύνατο να μη εισχωρήσει η διαφθορά. ‘Όταν λοιπόν εισχωρήσει η διαφθορά στα κοινά, δε γεννιούνται μίση μεταξύ των κακών, τουναντίον στενοί φιλικοί δεσμοί διότι εκείνοι που βλάπτουν τα κοινά το κάνουν συνεννοημένοι, όλοι μαζί. Και εξακολουθούν τέτοια πράγματα έως ότου παρουσιαστεί ένας προστάτης του δήμου και σταματήσει αυτά τα αίσχη αυτό τον άνθρωπο προπαντός θαυμάζει ο δήμος και θαυμαζόμενος εκείνος παρουσιάζεται στην πραγματικότητα ως μονάρχης και από το παράδειγμα τούτου καταφαίνεται ότι το άριστο πολίτευμα είναι η μοναρχία. Και δια να τα συνοψίσω όλα με δύο λόγια, από πού μας ήρθε η ελευθερία; Ποιος μας την έδωσε; Ποιο από όλα, η δημοκρατία, η ολιγαρχία, ή η μοναρχία; Έχω λοιπόν την γνώμη, μια που οφείλουμε την ελευθερία μας σ’ έναν άνθρωπο να διατηρήσουμε το ίδιο το πολίτευμα και εκτός τούτου να μη καταργήσουμε πατροπαράδοτους νόμους που είναι τόσο καλοί, γιατί αυτό δεν είναι καλό πράγμα









[1] Βλ. επίμετρο ενότητας 17 – Συμπληρωματική σημείωση με το κείμενο του Ηρόδοτου 3. 80-82.
[2] Έτσι ο τύραννος αποβλέπει στο συμφέρον του ίδιου, η ολιγαρχία στο συμφέρον των λίγων και η δημοκρατία στο συμφέρον των άπορων.
[3] Πρβλ. Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 1160 a 41 - 1160 b 11: «παρέκβασις δ βασιλείας μν τυραννίς: μφω γρ μοναρχίαι, διαφέρουσι δ πλεστον. μν γρ τύραννος τ αυτ συμφέρον σκοπε, δ βασιλες τ τν ρχομένων. ο γρ στι βασιλες μ ατάρκης κα πσι τος γαθος περέχων· δ τοιοτος οδενς προσδεται· τ φέλιμα ον ατ μν οκ ν σκοποίη, τος δ' ρχομένοις γρ μ τοιοτος κληρωτς ν τις εη βασιλεύς. δ τυραννς ξ ναντίας ταύτ· τ γρ αυτ γαθν δικει. κα φανερώτερον π ταύτης τι χειρίστη· κάκιστον γρ τ ναντίον τ βελτίστ» [= Παρέκκλιση από τη βασιλεία είναι η τυραννίδα. Και οι δύο είναι μοναρχικά πολιτεύματα, αλλά διαφέρουν μεταξύ τους σε πάρα πολλά σημεία. Διότι ο μεν τύραννος αποβλέπει στο προσωπικό συμφέρον του, ο δε βασιλιάς στο συμφέρο των υπηκόων του. Διότι δεν μπορεί να είναι κανείς βασιλιάς, αν δεν είναι αυτάρκης και αν δεν ξεπερνάει τους άλλους ως προς όλα τα αγαθά. Αυτός δεν έχει πλέον ανάγκη από κανένα, επομένως δεν θ' αποβλέπει σ’ ό,τι είναι για το προσωπικό του συμφέρον, αλλ' ό,τι είναι γιά τους υπηκόους του. Εάν δεν είναι τέτοιος, θα είναι βασιλιάς που εκλέχτηκε με κλήρο. Η τυραννίδα είναι το αντίθετο της βασιλείας, διότι ο τύραννος επιδιώκει το προσωπικό του αγαθόν. Είναι λοιπόν κατάδηλο, ότι η τυραννίδα είναι το χείριστο, δεδομένου ότι το κάκιστο είναι αντίθετο του κάλλιστου]. 
[4] Για την απόδοση της δημοκρατίας, όπως τη δίνει ο Αριστοτέλης, χρησιμοποιήθηκαν οι όροι «αχαλίνωτη δημοκρατία», «οχλοκρατία», «ανεξέλεγκτη δημοκρατία».
[5] Πρβλ. Κ. Τσάτσος, Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα, Εστία 1970, σ. 250- 251: «Αλλά και η πολιτεία, δηλαδή αυτό που ονομάζομε ορθή δημοκρατία, είναι ένα μίγμα δημοκρατικών και ολιγαρχικών στοιχείων. Και η μόνη διαφορά θα ήταν ότι σ’ αυτήν πλεονάζουν τα στοιχεία, που δίνουν εξουσία στους άπορους που είναι κατά κανόνα και οι περισσότεροι, και μένουν λιγότερα τα στοιχεία εξουσίας των εύπορων, που είναι και λιγότεροι κατά κανόνα και εξέχουν και κατά το γένος. Ίσως αυτή να είναι η πιο σαφής διαφορά αριστοκρατίας και πολιτείας· ότι η πολιτεία είναι το πολίτευμα όχι των ευγενών, ούτε κυρίως των εύπορων, αλλά της μέσης τάξης. Διότι όπου έχομε μια κυριαρχία απόλυτη, είτε των πολλών απόρων μόνον, είτε των λίγων εύπορων και ευγενών μόνον εκεί δεν έχομε ορθές πολιτείες, αλλά παρεκβάσεις. Στον προσδιορισμό της πολιτείας, δηλαδή της ορθής δημοκρατίας, ο Αριστοτέλης ξεκινάει από την ίδια αρχή της μεσότητας με την οποία προσδιόρισε την αρετή. Αν η μεσότητα είναι αρετή για τα άτομα, πρέπει να είναι και για τα πολιτεύματα. Σε κάθε πόλη έχομε τους σφόδρα εύπορους και τους σφόδρα απόρους και έχομε τρίτους τους μέσους τούτων (1295 b 2). Υγιής δημοκρατία υπάρχει εκεί όπου οι μέσοι αυτοί υπερέχουν, γιατί αντιστέκονται και στου πλήθους των απόρων και στων δυνατών εύπορων τα ιδιαίτερα συμφέροντα και δημιουργούν μιαν ισορροπία μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Ο μέσος ευκολότερα υποτάσσεται στις επιταγές του λόγου· «πέρκαλον δ περίσχυρον, περευγεν, περπλούσιον, τναντία τούτοις, πέρπτωχον περασθεν κα σφόδρα τιμον, χαλεπν τ λόγ κολουθεν, γίνονται γρ ο μν βριστα κα μεγαλοπόνηροι μλλον, ο δ κακοργοι κα μικροπόνηροι λίαν» (1295 b 6). Σε αυτούς τους μέσους λοιπόν είναι ανάγκη να στηριχθεί η υγιής δημοκρατία. Ενώ όμως μια τέτοια πολιτεία είναι ιστορικά δυνατή, συμβαίνει να είναι πολύ σπάνια. Στην πραγματικότητα οι πολιτείες είτε κλίνουν προς την υπεροχή των πολλών είτε προς την υπεροχή των ολίγων εύπορων. Έτσι η «πολιτεία», όπως ο Αριστοτέλης την προσδιορίζει, είναι μια πολιτεία πραγματοποιήσιμη, διάφορη προς την ιδεατή πολιτεία, αλλά πολύ κοντά σε αυτήν, που όμως πολύ σπάνια, σχεδόν ποτέ δεν πραγματοποιείται».